Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015

ΤΟΠΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

Δεν είναι λίγες οι φορές που οι νεότεροι κοιτούν με απορία και οι παλαιότεροι συγκινούνται όταν ακούν ορισμένες λέξεις. Πρόκειται για λέξεις που δίνουν το χρώμα τοπικής διαλέκτου καθώς χρησιμοποιήθηκαν για αιώνες από τους ανθρώπους που έζησαν σε αυτό τον τρόπο. Κουβαλούν στο εσωτερικό την ιστορία με έναν ιδιότυπο τρόπο επειδή είναι λέξεις με καταγωγή από τα αρχαία ελληνικά, τα λατινικά, τα ιταλικά, τα τούρκικα και άλλες γλώσσες.

Λέξεις που προσαρμόστηκαν στις ανάγκες ανθρώπινης επικοινωνίας και της αγροτικής κοινωνίας. Και άρχισαν να εξαφανίζονται με την αστικοποίηση, τα ρεύματα μετανάστευσης, τις γλωσσικές μεταρρυθμίσεις αλλά και τις σκοπιμότητες μερικές φορές. Διαπιστώσαμε ότι έχει ενδιαφέρον να αποθησαυρίσουμε αυτό τον πλούτο ανακαλώντας στη μνήμη το παρελθόν και αναζητώντας πληροφορίες από διάφορες πηγές. Θα συνεχίσουμε κάθε Δευτέρα την παρουσίαση αυτής της συλλογής. Με τη βεβαιότητα ότι και οι αναγνώστες μπορούν να συμβάλουν στέλνοντας παρατηρήσεις, διορθώσεις και υλικό με οποιονδήποτε τρόπο κρίνουν πρόσφορο. Θα το περιμένουμε και θα φροντίσουμε για τη δημοσίευσή του. 

Α

αβανιά (η) συκοφαντία


αβάρετος (ο) αυτός που δεν κουράζεται


αβασκαντούρης (ο) αυτός που δεν ματιάζεται


αβγατάου αυξάνω, μεγαλώνω


αβέρτα χωρίς φειδώ, απλόχερα


αβερτοσύνη (η) ελευθερία χωρίς μέτρο


αβόσκητος (ο) αυτός που δεν έχει βοσκήσει ή ο τόπος στον οποίο δεν βόσκησαν ζώα



αβοτάνιστος (ο) αυτός που δεν έχει απαλλαγεί από αγριόχορτα η ζιζάνια


αγαθιάρης (ο) πρόσωπο αφελές και εύπιστο


αγάλι-αγάλι σιγά-σιγά


άγανα (τα) τα μουστάκια από το στάχυ του σιταριού ή της βρώμης


αγανό (το) αυτό που έχει αραιή πλέξη


άγαρμπος (ο) ο χοντροκομμένος στους τρόπους του


αγάνωτο (το) το χάλκινο μαγειρικό σκεύος που δεν έχει επάλειψη κασσιτέρου


αγγειό (το) το μαγειρικό σκεύος, δοχελιο και μεταφορικά οι όρχεις (στον πληθυντικό)


αγγελοφοριέμαι ψυχορραγώ


αγιάζι (το) το διαπεραστικό κρύο των ξάστερων βραδιών και των πρωινών του χειμώνα


αγιαστούρα (η) το σκεύος που περιέχει αγιασμό


αγιογδύτης (ο) αυτός που κλέβει ιερά αντικείμενα, μεταφορικά αυτός που δεν έχει ιερό και όσιο


αγκαθερός (ο) αυτός που έχει πολλά αγκάθια


αγ(κ)λέουρας (ο) είδος βοτάνου φαρμακευτικού και δηλητηριώδους, μεταφορικά το πολύ φαγητό μέχρι δυσφορίας


αγκίδα (η) μικρό τμήμα ξύλου σαν βελόνα


αγκομαχάω αναπνέω βαριά, λαχανιάζω


αγκούσα (η) η υπερβολική ζέστη, η δυσφορία στην αναπνοή εξ αιτίας της ζέστης


(α)γκορτσά (η) η άγρια αχλαδιά


αγκουσεύω ζεσταίνομαι πολύ, αισθάνομαι δυσφορία


(α)γκρίθια (τα) οι ακίδες


αγκυλώνω τρυπώ με αιχμηρό αντικείμενο


αγκωνάρι (το) πελεκημένες πέτρες που τοποθετούνταν στις γωνίες των σπιτιών καθώς και γύρω από τα ανοίγματα (πόρτες, παράθυρα)


αγκωνή (η) κομμάτι ψωμί από την άκρη του καρβελιού


αγνάντι απέναντι έχοντας οπτική επαφή


αγουρίδα (η) το άγουρο φρούτο, συνήθως το σταφύλι


άγουρος (ο) ο καρπός που δεν έχει ωριμάσει, μεταφορικά αυτός που δεν ωρίμασε ηλικιακά, σωματικά ή πνευματικά


αγουροξυπνημένος (ο) αυτός που ξύπνησε ή τον ξύπνησαν νωρίς, χωρίς να χορτάσει ύπνο


αγριάδα (η) είδος αγριόχορτου με ισχυρές ρίζες και φαρμακευτική δράση, μεταφορικά συμπεριφορά θυμού και οργής


(α)γρικώ καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι


αγριλιά (η) άγρια ελιά την οποία συνήθως κεντρώνουν με ήμερες ποικιλίες


αγριόσυκα οι καρποί των αυτοφυών συκιών, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για τη γονιμοποίηση των καρπών των ήμερων δέντρων


αγώ(γι) (το) φορτίο που μεταφέρεται με αμοιβή από ζώο ή όχημα


αγωγιάτης (ο) πρόσωπο που μεταφέρει έναντι αμοιβής πράγματα


αδειάζω είμαι εύκαιρος


αδερφομοίρια (τα) μερίδια ακινήτων που δίνονται στα αδέλφια όταν μοιράζεται η οικογενειακή περιουσία


αδικοβάζω βάζω κάτι άδικα στο μυαλό μου, κατηγορώ κάποιον άδικα


(α)δρασκελιά (η) το άνοιγμα των ποδιών κυρίως ως μέτρο υπολογισμού απόστασης


(α)δρασκελάω ξεπερνώ κάποιο εμπόδιο με άνοιγμα των ποδιών


αδράχνω αρπάζω, τραντάζω κάτι


άντε πήγαινε


αερικό (το) η νεράιδα


αεροβατώ περπατάω στα σύννεφα, μεταφορικά βρίσκομαι εκτός πραγματικότητας


αερολογία (η) λόγια χωρίς περιεχόμενο


άζυμο (το) αυτό που παρασκευάζεται χωρίς προζύμι


αθηλύκωτος (ο) αυτός που δεν έχει κουμπιά, ο ξεκούμπωτος


ακαθάριγος (ο) αυτός που δεν έχει καθαριστεί


ακαμάτης (ο) ο τεμπέλης


ακαταλόγιστος (ο) αυτός που δεν έχει ικανότητα να κρίνει


άκλαδος (ο) αυτός που δεν έχει κλαδευτεί


ακόνι (το) πέτρα πάνω στην οποία λειαίνουν τις αιχμηρές επιφάνειες μαχαιριών και άλλων εργαλείων


ακουμπάου στηρίζομαι ή αποθέτω κάτι σε σταθερό σημείο


άκουρος (ο) ο ακούρευτος


ακρι(α)νός (ο) αυτός που βρίσκεται στην άκρη


αλάλητο (το) το πουλί που δεν έχει λαλήσει ακόμη


αλάργα μακριά


αλαργινός (ο) ο μακρινός


αλατζάς (ο) είδος μεταξωτού υφάσματος


αλαφιασμένος (ο) αυτός που έχει καταληφθεί από ταραχή και φόβο αλαφροΐσκιωτος (ο) αυτός που μπορεί να βλέπει φαντάσματα και αερικά


αλέγ(κ)ρος (ο) ο εύθυμος, ανοιχτός χαρακτήρας


άλειμμα (το) το χοιρινό λίπος


άλεσμα (το) η κοσκινισμένη ποσότητα σιταριού που πάει στο μύλο


αλισβερίσι (το) η συναλλαγή και μεταφορικά η σχέση


αλισίβα (η) η στάχτη ανακατεμένη με νερό που μετά από βράσιμο στραγγίζεται και χρησιμοποιείται για το πλύσιμο των ρούχων


αλιστρατάου αναστατώνω, κάνω άνω-κάτω


αλλαξιά (η) η πλήρης φορεσιά και μεταφορικά η ανταλλαγή


αλλούθε σε άλλο μέρος


αλογοσούρτης (ο) ο αλογοκλέφτης


αλύχτημα (το) το έντονο γάβγισμα σκύλου όταν έχει μυριστεί θήραμα ή ξένο πρόσωπο στο χώρο που επιτηρεί


αμανάτι κάτι που έχει δοθεί ως εγγύηση, κρατώ κάτι


άμε πήγαινε


αμέτι - μουχαμέτι πείσμα για να πετύχει κάποιος το σκοπό του


αμέ, αμηδά βεβαίως, σίγουρα, αλλά όμως;


αμόλευτος (ο) αυτός που δεν έχει μολυνθεί


αμμουδέρα (η) το αμμώδες έδαφος


αμ(π)ολάου αφήνω κάποιον ή κάτι ελεύθερο


αμορίτης (ο) αυτός που δεν καταλαβαίνει, ο χαζός


άμπακος (ο) το πολύ φαγητό


αμπάριζα (η) παιδικό παιχνίδι, το ορμητικό ξεκίνημα


αμποδάου εμποδίζω


άμποτε μακάρι κάποτε


αμπροσταίνω ξεπερνάω κάποιον


αναβροχιά (η) η ανομβρία


αναγελάου κοροϊδεύω, περιγελώ


αναγούλα (η) η τάση για εμετό, και μεταφορικά η αποστροφή


ανάγυρα γύρω-γύρω


αναδεξιμιός (ο) το πρόσωπο που έχει βαφτίσει κάποιος


ανάκαρος (ο) η δύναμη, το σθένος


ανακαψίλα (η) η καούρα στο στομάχι


ανακλαδίζομαι τεντώνομαι συνήθως με χασμουρητό


αναντάμ παπαντάμ από καταγωγή, μεταφορικά αναφέρεται σε άτομα ηθικά επιλήψιμα


ανάνταφλος (ο) ο απρόσεκτος


αναπιάνω ανακατεύω το αλεύρι με το νερό για να φτιάξω ζυμάρι


ανάργια αραιά


ανασγρουλεύω ανακατεύω


ανάσκελα με τη ράχη να ακουμπά σε επιφάνεια και το πρόσωπο να κοιτάζει προς τα πάνω


ανασταίνω ανατρέφω κάποιον από μικρό παιδί


ανάστημα (το) το ύψος του ανθρώπου, μεταφορικά η ψυχική δύναμη


ανατσουτσουρώνουμαι αγριεύω έτοιμος να επιτεθώ


αναφυλαξία (η) η αλλεργική αντίδραση του οργανισμού σε κάποια ουσία


αναχαράζω μηρυκάζω, μεταφορικά με δυσκολία προσπαθώ να πω κάτι ανδρομίδα (η) μάλλινο υφαντό σκέπασμα κρεβατιού


ανεβάσταγος (ο) ανυπόμονος, βιαστικός


ανεμοχάφτω πρήζομαι


ανερώτηγα χωρίς να ρωτήσει κάποιος


ανήλιαγος (ο) αυτός που δεν φωτίζεται από τον ήλιο


ανισόρροπος (ο) αυτός που δεν έχει ισορροπία, μεταφορικά ο τρελός


αντάμα μαζί


αντάρα (η) θυελλώδης καιρός με συννεφιά, μεταφορικά ταραχή και αναστάτωση


ανταριεύομαι φωνάζω δυνατά, κάνω φασαρία


άντερο (το) το έντερο


ανέκοπα χωρίς κόπο


άξαφνος (ο) ο ξαφνικός


απάγκιο (το) το απάνεμο σημείο, μεταφορικά το σημείο στο οποίο κάποιος είναι προφυλαγμένος


απαντάω συναντάω


απανταχούσα (η) η επίπληξη


απαυτός (ο) πρόσωπο του οποίου δεν αναφέρεται το όνομα


απαυτώνω η σεμνότυφη εκδοχή του ρήματος της σεξουαλικής πράξης


απέκει από εκεί και πέρα


απίδι (το) το αχλάδι


απιθώνω αφήνω κάπου αυτό που κρατώ


απίστομα ανάποδα με το στόμα προς τα κάτω


απίκο κατάσταση ετοιμότητας για ξεκίνημα


απόβραδο (το) λίγο πριν βραδιάσει


αποκά από κάτω


αποκιώνω αποτελειώνω


απόκοντα από κοντά, από πίσω


αποκούμπι (το) το στήριγμα


αποκρεύω σταματώ να τρώω κρέας


αποπανίτσα λίγο πιο κάτω


απόπατος (ο) το αποχωρητήριο


αποπαίδι (το) το αποκληρωμένο παιδί, μεταφορικά το παιδί που δεν δίνουν σημασία οι γονείς


αποπαίρνω μαλώνω κάποιον


απόρριξε η αποβολή στα ζώα


απόσκιο (το) ο τόπος που δεν το πιάνει ο ήλιος


αποσπερού απόψε το βράδυ


αποσταίνω κουράζομαι


απόσυκο η τελευταία ποιότητα αποξηραμένων σύκων τα οποία συνήθως χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφή


αποσώνω αποτελειώνω αλλά και προσθέτω μέχρι να γεμίσει


απότιγο αυτό που δεν είναι ποτισμένο


αποφαγούδια (τα) τα υπολείμματα φαγητού


αποχάβρισα φοβήθηκα


αράδα η σειρά, μεταφορικά και για δέντρα ή φυτά που έχουν τοποθετηθεί σε κανονισμένη απόσταση


αράδι (το) ο συγκεκριμένος δρόμος (μονοπάτι) για να φθάσει κάποιος στον προορισμό του


αραδίζω περνάω συνέχεια από την ίδια διαδρομή


αραδιάζω τοποθετώ με πρόχειρο τρόπο ένα σύνολο πραγμάτων


άραχνος (ο) ο σκοτεινός, μεταφορικά ο κακομοίρης


αρβάλα (η) ο θόρυβος


αργιεύω αραιώνω


αργιολόι (το) το μάζεμα των αραιών καρπών


αργιομάδες (οι) οι αραιοί καρποί, συνήθως των ελαιόδενδρων


άρες-μάρες η ακατάληπτη φλυαρία


αρίδα (η) το πόδι


αρκουδίζω το βάδισμα των μικρών παιδιών με τα τέσσερα


αρκουδόλυκος (ο) ο πολύ σκληρός άνθρωπος


αρλούμπα (η) η κουταμάρα που λέει κάποιος στη συζήτηση


αρμαθιά (η) ομοειδή πράγματα περασμένα σε σκοινί ή σύρμα όπως κλειδιά, αγριόσυκα κλπ.


αρμάκι (το) ο σωρός από πέτρες, ο πρόχειρος τοίχος που χωρίζει τις λαχίδες


αρούκατος (ο) αυτός που κάνει βίαιες και απρόσεκτες κινήσεις


αρουλιέμαι φωνάζω δυνατά, κάνω σαν σκυλί


άρπα κόλα βιαστική και επιπόλαιη εργασία


άρτζι μπούρτζι άνω-κάτω, ακατανόητα πράγματα


αρτσίδι βρεγμένος από πάνω μέχρι κάτω


άρμη (η) υγρό διάλυμα από αλάτι και γάλα που μπαίνει στο βαρέλι με το τυρί, αλλά και κάθε υγρό συντήρησης τροφίμων που περιέχει αλάτι


(α)σβουνιά (η) η κοπριά της αγελάδας


ασίκης (ο) ο λεβέντης, το παλληκάρι


ασκέρι (το) πολλοί άνθρωποι μαζί, μεταφορικά η οικογένεια (συνήθως η πολυμελής)


ασκί (το) σάκος από δέρμα τράγου που χρησίμευε στη μεταφορά υγρών (κρασί, λάδι) ή και για το τυρί, μεταφορικά αυτός που έχει φουσκωμένη κοιλιά


ασουλούπωτος (ο) αυτός που έχει κακή εμφάνιση


αστροφεγγιά (η) το φέγγισμα των άστρων τη νύχτα χωρίς φεγγάρι


άταρος (ο) ο αδύναμος


αφόρμησε ο ερεθισμός, η μόλυνση των τραυμάτων


άφραγκος (ο) αυτός που δεν έχει χρήματα


άφταιγος (ο) χωρίς να φταίει


αχαΐρευτος (ο) ο ανεπρόκοπος


αχαμνός (ο) ο αδύνατος


άχερο (το) το άχυρο


άχνη (η) ο ατμός, κάθε τι λεπτοκομμένο που μεταφέρεται με τον αέρα όπως η σκόνη ζάχαρης


αχνή (η) αυτή που διακρίνεται αμυδρά, μεταφορικά η αδύνατη φωνή


αχούρι (το) ο στάβλος αλόγων ή γαϊδουριών, μεταφορικά το ανακατεμένο σπίτι


άχτι (το) έντονη επιθυμία, συνήθως εκδίκησης ή τιμωρίας


αψύς (ο) οξύς, τσουχτερός και μεταφορικά ευέξαπτοςΔιαβάστε το άρθρο στην


Β






βαβούρα (η) η φασαρία.


βαγένι (το) το ξύλινο βαρέλι για κρασιά.


βαγιόλι (το) πετσέτα φαγητού.


βαλαντώνω -ουμαι στενοχωριέμαι, φλέγομαι από ερωτικό πάθος, αρρωσταίνω.


βαρβάτος (ο) το αρσενικό ζώο από το οποίο δεν έχουν αφαιρεθεί τα γεννητικά όργανα, μεταφορικά δυνατό αρσενικό με πολλές σεξουαλικές ορμές.


βαρβατσέλι (το) το βαρβάτο ζώο, μεταφορικά εύρωστο νεαρό αρσενικό.


βαριγκομισμένος (ο) λυπημένος, δύσθυμος.


βαργ(κ)ομώ βαρυγνωμώ, κάνω κάτι βαριεστημένα.


βάρδα φύγε μακριά.


βαρ(ι)κό (το) ελώδης τόπος, κτήμα με υγρασία.


βασταγό (το) το αρσενικό γαϊδούρι.


βασταγούρα (η) η γαϊδούρα.


βατεύει ο κόκορας όταν γονιμοποιεί την κότα.


βατουριώνα πολλοί θάμνοι βάτων με άλλους θάμνους σε πυκνή διάταξη.


βελάζω φωνάζω δυνατά χωρίς να λέω τίποτε.


βέλασμα (το) φωνή κατσικιών και προβάτων.


βελέντζα (η) χοντρό και βαρύ μάλλινο υφαντό για το κρεβάτι.


βερεσ(ιγ)έ με πίστωση, χωρίς πληρωμή, μεταφορικά χωρίς ανταπόκριση.


βετούλι (το) χρονιάρικο κατσίκι.


βίγλα (η) σκοπιά σε ύψωμα, παρατηρητήριο.


βίκα (η) πήλινο δοχείο μεταφοράς πόσιμου νερού με στενό λαιμό.


βίτσα (η) λεπτή εύκαμπτη βέργα που κάνει οξύ πόνο στο χτύπημα.


βιτσιά (η) χτύπημα με λεπτή βέργα, μαστίγιο.


βλογάει (δε) δεν υπάρχει ούτε για δείγμα.


βοϊδομάτης (ο) αυτός που έχει μεγάλα μάτια.


βολά (η) η μια φορά.


βουή (η) το μεγάλο κακό, μεταφορικά η μεγάλη φασαρία, ο δυνατός θόρυβος.


βουρλίζομαι περιστρέφομαι σαν τη σβούρα, βρίσκομαι σε έξαλλη κατάσταση.


βούτα (η) ξύλινο δοχείο που χρησίμευε για αποθήκευση ή μεταφορά νερού, σταφυλιών ή τη διάλυση της γαλαζόπετρας.


βουτσί (το) το βαρέλι για κρασιά, μεταφορικά ο κοντόχοντρος άνθρωπος.


βρακοζώνι (το) η ζώνη του ανδρικού εσώρουχου που ήταν μακρύ και κάλυπτε τα πόδια.






Γ






γαϊδουριά (η) η απρεπής συμπεριφορά.


γαλίφης (ο) ο κόλακας, ο καταφερτζής.


γαλιφιά (η) η κολακεία.


γανίλα (η) η σκουριά, μεταφορικά η λέρα στα ρούχα.


γδυτός (ο) ο γυμνός.


γελέκο, γελέκι (το) πανωφόρι χωρίς μανίκια.


γεννήματα (τα) όλα τα δημητριακά είτε τα σπαρμένα, είτε οι καρποί τους.


γεννησιάρικο (το) το νεογέννητο.


γεντέκι (το) ξύλινος στύλος, μεταφορικά ο χαζός άνθρωπος.


γεροκομάω περιποιούμαι ηλικιωμένο άνθρωπο.


γερομπαμπαλής (ο) ο πολύ γέρος.


γεροξούρας (ο) ο ξεμωραμένος γέρος.


γιαργούτη (η) η γιαούρτη.


γιατάκι (το) το κατάλυμα, ο τόπος διαμονής, το κλινοσκέπασμα.


για’ τρα για τήρα, για κοίταξε.


γιόμα (το) το διάστημα από το πρωί μέχρι το μεσημέρι ή και το μεσημέρι.


γιόμος (ο) ο πολύς καρπός στα ελαιόδεντρα.


γιοργάδα (η) το γρήγορο και στρωτό τρέξιμο του αλόγου.


γιούκος (ο) στοίβα υφαντών ρούχων τοποθετημένη πάνω στο μπαούλο.


γιοματάρι (το) βαρέλι γεμάτο κρασί που δεν έχει ανοίξει.


γιορντάνι (το) περιδέραιο από αργυρά ή και χρυσά νομίσματα.


γιουρούκι (το) ο δύσμορφος και δυσκίνητος άνθρωπος.


γκάβαλο (το) η κοπριά του γαϊδάρου, του αλόγου ή του μουλαριού.


γκαβός (ο) ο αλλήθωρος.


γκάνιασα δίψασα πολύ.


γκάργκανο (το) ο ξερός τόπος που δουλεύεται δύσκολα, το ξερό ψωμί.


γκαρδιακός (ο) ο αγαπημένος φίλος.


γκαστρολογιέμαι χρησιμοποιείται για εγκύους που ζηλεύουν διάφορα γλυκά ή φαγητά.


γκιόσα (η) η γερασμένη γίδα.


γκιούλι (το) γερός και λεπτός σπάγκος.


γκουργκούνι (το) ο αστράγαλος.


γκλάβα (η) το κεφάλι, συνήθως με την έννοια του οργάνου σκέψης.


γκλαβανίζω μιλάω πάνω από το κεφάλι κάποιου και τον ζαλίζω.


γκλαφουνάω ζητάω με κλάματα.


γκορτσιά (η) αγριοαχλαδιά, και ο καρπός γκόρ(ι)τσο.


γκρεμίλα (η) επικίνδυνα επικλινές και άγονο έδαφος.


γλαρώνω νυστάζω και είμαι έτοιμος να αποκοιμηθώ.


γλέπω βλέπω.


γλυκάδι (το) το ξίδι.


γνώρα (η) η γνωριμία.


γομάρι (το) το φορτίο, ο γάιδαρος, μεταφορικά ο απρεπής άνθρωπος.


γουβί (το) μικρός λάκκος που ανοίγεται στο έδαφος για να φυτευτεί κάτι.


γουβίτσα (η) το κοίλωμα στο πίσω μέρος του κεφαλιού, παιδικό παιχνίδι.


γούλισμα (το) το έδαφος που έχουν αποτεθεί χώματα που μεταφέρθηκαν με τη βροχή ή τα νερά του ποταμού.


γούπατο (το) το βαθούλωμα του εδάφους.


γουρμάζω ωριμάζω.


γούρνα (η) λακκούβα στην οποία μαζεύεται ή τοποθετείται νερό.


γουρνοσφαξιές (οι) το σφάξιμο των γουρουνιών για πάστωμα όταν ανοίγει το Τριώδιο.


γουστέρα (η) η σαύρα.


γρέκι (το) μαντρί γιδοπροβάτων.


γρικάου αντιλαμβάνομαι, αισθάνομαι.


γριμπίλι (το) το εύρωστο και καθαρό ζώο, μεταφορικά ο εύρωστος και περιποιημένος άνθρωπος.


γροθάρι (το) η νεόφυτη ελιά.


(σ)γρουμπούλι (το) το εξόγκωμα από χτύπημα, συνήθως στο κεφάλι.


γράνα (η) βαθύ χαντάκι.






Δ






δα μόλις (τώρα δα = μόλις τώρα).


δαμάλι (το) αρσενικό νεαρό μοσχάρι μεγαλύτερο των δύο ετών, μεταφορικά ο δυνατός νέος.


δανεικαριά (η) εργασία ομάδας εργατών σε ξένο χωράφι με αντάλλαγμα ισόποση εργασία στο δικό τους.


δασιά (τα) πυκνά.


δεμάτι (το) δέμα με θερισμένα δημητριακά ή βέργες.


δ(ή τ)εφτέρι (το) το κατάστιχο.


διάκε διάβηκε.


διακονιάρης (ο) ο ζητιάνος.


διάνος (ο) ο γάλος (ινδιάνος).


διάσελο (το) το ξέφωτο σε ύψωμα.


διαταή (η) η διαταγή.


διάτανος (ο) ο διάβολος.


δικολάβος (ο) ο δικηγόρος, ο διπλωμάτης και καταφερτζής άνθρωπος.


διμούτσουνος (ο) ο διπρόσωπος.


διπλάρησε γέννησε δίδυμα.


δισάκι (το) μεγάλο σακούλι.


διφόρια (τα) οι καρποί που γίνονται μετά τη συγκομιδή της κύριας σοδειάς.


δόγα (η) η κυρτή σανίδα του ξύλινου βαρελιού.


δόλιος (ο) ο αξιολύπητος άνθρωπος.


δοξαπατρί (στο) κατακούτελα.


δραγάτης (ο) ο φύλακας των αμπελιών, ο αγροφύλακας.


δ(ή τ)ραπέτσι πολύ ξινό.


δρυμός (ο) ο οξύς, ο καυστικός.


δροτσίλα (η) το εξάνθημα που παρουσιάζεται από τον υπερβολικό ιδρώτα τις ημέρες της μεγάλης ζέστης.


δυχατέρα (η) η κόρη.






Ε






έγκωμος (ο) χοντρός, δυσκίνητος.


εδεφτού, εδεκεί εκεί ακριβώς.


έδιακα διάβηκα, πήγα.


είναιτος είναι αυτός.


έκοψε έφυγε τρέχοντας.


έλαχε έτυχε.


ελόγιασα αντιλήφθηκα.


έμπα (το) η είσοδος.


εμπατή (η) η είσοδος του σπιτιού.


έμπυτο (το) το πύον.


έντος νάτος.


εξαποδώ (ο) ο διάβολος.


εξεπιτούτου επίτηδες, γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό.


εξηνταβελώνης (ο) ο τσιγκούνης.


(ε)προγκίξανε τρόμαξαν και τράπηκαν σε φυγή.


έστυψε στέρεψε.


έφριγο (έγινε) γελοιοποιήθηκε.


εφτού εκεί.


εφτούνος αυτός.


εφτούνος εφτού αυτός εκεί.

έχι (το) η περιουσία.

Ζ

ζα (τα) τα ζώα, συνήθως αυτά της μεταφοράς.

ζαβλακωμένος (ο) ο ζαλισμένος, ο αδιάθετος.

ζαβός (ο) ο πνευματικά ή σωματικά ανάπηρος.

ζαγά-ζαγά σιγά-σιγά και επιφυλακτικά.

ζαγάρι (το) κυνηγετικό σκυλί, μεταφορικά ο επιθετικός άνθρωπος.

ζάγκλα (η) η απότομη στροφή για να αποφύγεις κάτι.

ζακόνι (το) η συνήθεια, το έθιμο, το ελάττωμα.

ζαλιά (η) το φορτίο, αυτός που παίρνεις στην πλάτη.

ζαλώνω φορτώνω.

ζαμάν φου ο αδιάφορος.

ζαμάνι (το) μεγάλο χρονικό διάστημα (χρόνια και ζαμάνια).

ζάρα (η) πτυχοειδές πήλινο αγγείο μεγάλου μεγέθους για την αποθήκευση αγροτικών προϊόντων, μεταφορικά το πτύχωμα του δέρματος ή του ρούχου.

ζάφτι (φέρνω) τα φέρνω βόλτα, τα καταφέρνω, τα δαμάζω.

ζβουγκούνισμα (το) ο θόρυβος που κάνουν τα έντομα όταν πετούν.

ζεβζέκης (ο) ο σκανδαλιάρης.

ζεματάω είμαι πολύ ζεστός, ζεσταίνω πολύ κάτι, μεταφορικά το πολύ ξύλο ή και ο αυστηρός-αποστομωτικός λόγος.

ζεμπερέκι (το) ο μοχλός στο μεταλλικό χερούλι της πόρτας με τον οποίο σηκωνόταν η ασφάλεια πίσω από αυτή.

ζερζεβούλης (ο) ο διάβολος, μεταφορικά ο πολύ πονηρός.

ζέχνω μυρίζω άσχημα, είμαι λερωμένος, βρώμικος.

ζούδι (το) το άγριο ζώο, το ζωύφιο.

ζουλάπι (το) το άγριο ζώο.

ζουλάω (ζουπάω) σπρώχνω, πιέζω.

ζουνάρι (το) η ζώνη.

ζυγούρι (το) το χρονιάρικο αρνί.

ζυγώνω πλησιάζω κοντά.

ζωντανό (το) το ζώο.

ζωντόβολο (το) το ζώο, μεταφορικά ο βλάκας.

ζωστήρα (η) δερμάτινη ή πάνινη ζώνη.



Η



ηλιακός (ο) τοποθεσία που τη βλέπει πολύ ο ήλιος.

ήσκα (η) φιτίλι που παίρνει εύκολα φωτιά.

ησκιάδα (η) η σκιά.



Θ



θαμπίζω μόλις βλέπω.

θανατικό (το) οι ομαδικοί θάνατοι από επιδημία.

θανατικός (ο) ο πολύ φανατικός για κάτι.

θέλημα (το) η παραγγελία που αποφεύγεται να κατονομαστεί (έφερα το θέλημα).

θελόσταχτη (η) το σταχτόνερο με το οποίο έπλεναν τα ρούχα.

θελός θολός.

θεριακωμένος (ο) πολύ μεγάλος, τεράστιος.

θεριό (το) το θηρίο.

θέρμη (η) ο υψηλός πυρετός που συνοδεύεται από ρίγος.

θερμός (ο) το καυτό νερό.

θ(ε)ημονιά (η) σωρός από δεμάτια θερισμένων δημητριακών που προορίζονται για αλώνισμα.

θηλύκι (το) πρόχειρο ράψιμο στη θέση κουμπιού που έχει κοπεί.

θράκα (η) αναμμένα κάρβουνα, τα πυρακτωμένα κομμάτια καμένου ξύλου.

θρασίμι (το) το ψοφίμι, μεταφορικά ο θρασύδειλος.

θράσ(ι)ος ο άνθρωπος που χαραμίζεται, που χάνεται άδικα (πήγε θράσος).

θροΐζομαι ριγώ, ανησυχώ και αναστατώνομαι.

θρόισμα (το) το ελαφρό αεράκι που κάνει μικρό θόρυβο, μεταφορικά το ελαφρό χάδι.

θρύψαλα (τα) πολύ μικρά κομμάτια από κάτι που σπάζει.

θυγατέρα (η) η κόρη.

θύμωμα (το) ο ερεθισμός της πληγής.



Ι



ιδιανός (ο) ο ίδιος (είναι του ιδιανού).

(γ)ινάτι (το) το πείσμα, η εχθρική διάθεση απέναντι σε κάποιον με αφορμή κάτι.

Διαβάστε το άρθρο στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ http://www.eleftheriaonline.gr/politismos/history/item/40537-glwssari-2



K

κα κάτω.

καβάδια (τα) τα ράσα του παπά.

καγιανάς (ο) φαγητό με χτυπημένα αυγά και τομάτα στο τηγάνι, στο οποίο κατά περίπτωση πρόσθεταν και τυρί, παστή ή συνηθέστερα το λίπος του χοιρινού.

καδίνα (η) η πήλινη σουπιέρα.

καδένα (η) η αλυσίδα, το κόσμημα-αλυσίδα.

καζάντια (τα) η προκοπή, τα υπάρχοντα, τα κέρδη.

καζάρμα (η) ο στρατώνας, το φρουραρχείο.

κάθικο (το) το πήλινο δοχείο και κατ' επέκταση κάθε δοχείο.

καθίκι (το) το "δοχείο νυκτός" (κατουροδοχείο), μεταφορικά ο παλιάνθρωπος, ο κακός χαρακτήρας.

καΐλα (η) το κάψιμο στο στομάχι, μεταφορικά η σφοδρή επιθυμία.

κακάβι (το) μεγάλο χάλκινο δοχείο που έμπαινε στη φωτιά και χωρούσε μεγάλες ποσότητες νερού, καζάνι.

κακαβώνω βάζω το κακάβι στη φωτιά, μεταφορικά ο ουρανός με πυκνά μαύρα σύννεφα.

κακάρισμα (το) η φωνή της κότας.

κακαράντζα (η) η κοπριά της γίδας και του προβάτου.

κακίστρω (η) η ιδιότροπη, κακή γυναίκα.

κακοζάκανος (ο) ο καχεκτικός, με σωματικό ελάττωμα, ο κακοφτιαγμένος.

κακομάντζαλος (ο) ασουλούπωτος, καημένος, δυστυχισμένος.

κακοντέλης (ο) ο κακότυχος, φουκαράς.

κακορίζικος (ο) ο δυστυχισμένος από τη μοίρα του.

κακαρώνω πεθαίνω, συνήθως χρησιμοποιείται για το θάνατο από κρύο.

κακοφόρμισμα (το) ο ερεθισμός και η μόλυνση της πληγής, το πρήξιμο.

καλαμιά (η) τα καλάμια των δημητριακών μέχρι το στάχυ, το θερισμένο χωράφι.

καλαμπαλίκια (τα) οι όρχεις.

καλαμποκάνια (τα) τα καλάμια που χρησιμοποιούνταν στον αργαλειό, τα μακριά λεπτά πόδια.

καλαμωτή (η) καλαμένιο χώρισμα σπιτιών με επίχρισμα ασβέστη, η καλαμένια κρεβατίνα για την ξήρανση των σύκων.

καλαμωτό (το) επιφάνεια με πλεγμένα ή ενωμένα καλάμια.

καλατζούκα (η) η πρόχειρη αυτοσχέδια καλύβα.

καλιά συνθετικό της έκφρασης “πάει καλιά του” δηλαδή πέθανε.

καλιακούδα (η) η καρακάξα, μεταφορικά η μαυριδερή και άσχημη γυναίκα.

καλιγώνω πεταλώνω.

καλικούτσ(ι)α το καβαλίκεμα των παιδιών στους ώμους με το σβέρκο ανάμεσα στα σκέλια.

καλμπάτσα (η) αναπνευστική αρρώστια των προβάτων, μεταφορικά το βαρύ κρύωμα των ανθρώπων.

καλντερίμι (το) το λιθόστρωτο δρομάκι.

καλοφάγανος (ο) αυτός που τρώει όλα τα φαγητά.

καμ(ου)τσί (το) το μαστίγιο.

κανά κανένα, έχεις κανά ποτήρι;

κανακεύω παραχαϊδεύω, καλοπιάνω, κάνω όλα τα χατίρια.

κανάκια (τα) τα χάδια.

κανιά (τα) τα πόδια.

κανίστρα (η) στρογγυλό και χαμηλό πλεκτό καλάθι μέσα στο οποίο έβαζαν τις δίπλες ή άλλα γλυκά στους γάμους.

κάνουλα (η) η βρύση του βαρελιού.

καντήλα (η) φουσκάλα στο δέρμα.

κάντιο (το) γλυκό από κρυσταλλωμένη ζάχαρη (ζαχαροκάλαμο) που πουλούσαν παλαιότερα τα καταστήματα.

κάπα (η) βαρύ πανωφόρι των βοσκών από τραγόμαλλο, το οποίο είχε και κουκούλα.

καπάτσος (ο) αυτός που τα καταφέρνει στα δύσκολα.

καπηνός (ο) ο καπνός.

καπιστράνα (η) το δερμάτινο εξάρτημα που περνούσαν από το στόμα του ζώου μεταφοράς και περιέδεναν το κεφάλι του.

καπίστρι (το) το σκοινί που έδεναν την καπιστράνα για να κατευθύνουν το ζώο.

καπότα (η) βαρύ μάλλινο πανωφόρι με κουκούλα, μεταφορικά το προφυλακτικό.

καπρίτσιο (το) το πείσμα.

καπρί (το) το χοιρινό που το είχαν ως επιβήτορα, μεταφορικά αυτός που δεν μπορεί να κρατηθεί.

καπροδόντης (ο) αυτός που έχει στραβά και μεγάλα δόντια.

καραβάνα (η) παιδικό παιχνίδι στο οποίο κλοτσούσαν ένα κεραμίδι μέσα σε 6 τετράγωνα.

καρακαηδόνα (η) η τσαχπίνα γυναίκα.

καραμπουζουκλής (ο) ο λεβέντης περιπαιχτικά ή χαϊδευτικά.

καραούλι (το) η σκοπιά, μεταφορικά το καλό φύλαγμα.

κάργα πολύ, γεμάτο.

καργάρω γεμίζω όλο το χώρο.

καρδαμώνω ξεγερεύω μετά από αρρώστια, αποκτώ πάλι τις δυνάμεις μου.

καρδάρα (η) ξύλινο δοχείο που τοποθετούσαν και μετρούσαν το γάλα καθώς είχε μεγάλη χωρητικότητα.

καρέλι (το) αυτοσχέδιο παιχνίδι από στεφάνι που παίρνει ώθηση και κυλάει από μια μακριά μεταλλική λαβή, είτε μέσα από μια "δαγκάνα" που σχηματίζει στην άκρη είτε με χτυπήματα όταν αρχίσει να κυλάει. Αλλά και μικρή τροχαλία, συνήθως ξύλινη.

καρλαύτης (ο) αυτός που έχει μεγάλα αυτιά.

κάρμα (το) το ψόφιο ζώο, μεταφορικά ο ζαρωμένος και αδύνατος άνθρωπος.

καρμίρης (ο) ο τσιγκούνης.

καρναβίτσες (οι) μικροί όγκοι που βγαίνουν στα χέρια και τα πόδια.

καρούτζαφλας (ο) ο λάρυγγας.

καρούτζος (ο) ο λάρυγγας.

καρούλα (η) φουσκάλα στο δέρμα με υγρό, που δημιουργήθηκε από κάψιμο ή από χτύπημα με βέργα ή ανάλογο αντικείμενο.

καρτερώ περιμένω.

κάσα (η) το περίγραμμα του κουφώματος, το φέρετρο.

κασέλα (η) ξύλινο κιβώτιο στο οποίο φυλάσσονταν ρούχα.

κασόνι (το) μεγάλο ξύλινο κιβώτιο στο οποίο αποθηκεύονταν συνήθως δημητριακά.

κατάλακκα στο ξέφωτο, στο ίσιωμα, φανερά, χωρίς καμία προφύλαξη.

καταλιακού ακριβώς απέναντι από τον ήλιο.

καταράχι (το) η κορυφή του λόφου.

κατάσαρκα πάνω στη σάρκα.

κατάχαμα εντελώς κάτω.

καταχερίζω χτυπώ, δέρνω κάποιον με το χέρι.

κάτινου κάποιου.

κατοστάρι τσίγκινο δοχείο που χωρούσε 100 δράμια κρασί.

κατραπακιά (η) το χτύπημα στο κεφάλι με την παλάμη.

κατουκέφαλα με το κεφάλι προς τα κάτω.

κατσάβραχα (τα) βραχώδης και απότομος τόπος.

κατσαπλιάς (ο) ο κλέφτης που κάνει πλιάτσικο.

κατσαπρόκος (ο) εργαλείο του τσαγκάρη, μεταφορικά κοντοστούπης, κεφάλας.

κατσιασμένος (ο) ο καχεκτικός.

κατσικόδρομος (ο) το δύσβατο μονοπάτι.

κατσικοπόδαρος (ο) ο γρουσούζης.

κατσικώνω πεισμώνω και επιμένω σε κάτι.

κατσιφάρα (η) η καταχνιά, η ομίχλη.

κατσούλα (η) η γάτα.

κατσούλι (το) το γατί.

κατώι (το) το ισόγειο στα παλιά παραδοσιακά σπίτια όπου έβαζαν τα μεγάλα ζώα.

καύκαλο (το) το κοκάλινο περίβλημα του κεφαλιού.

κάφυρο (το) το ρουθούνι.

κάψα (η) η υπερβολική ζέστη.

καψαλάου (ίζω) καίω κάτι ελαφρά στην άκρη.

καψαλίθρες (οι) σκασίματα στο δέρμα από κάποιον που κάθεται πολύ κοντά στη φωτιά προερχόμενος από χειμωνιάτικο κρύο.

καψερός αυτός που δυστυχεί και αξίζει τη συμπάθεια.

καψοκαλύβας (ο) αυτός που τα θυσιάζει όλα χωρίς να δίνει σημασία για τις συνέπειες, κυρίως όσον αφορά τη φιλοξενία.

κειαπάν’ εκεί πάνω.

κειάφι (το) το θειάφι.

κενώνω σερβίρω.

κερατάς (ο) αυτός που έχει κέρατα, ο απατημένος σύζυγος, προσβλητικός χαρακτηρισμός.

κερατούκλης (ο) ο κερατάς, χρησιμοποιείται για να δηλώσει συμπάθεια αλλά και θαυμασμό.

κιβούρι (το) το μνήμα.

κιλίμι (το) πολύχρωμο στρωσίδι.

κιούπι (το) πήλινο σταμνί με μεγάλο στόμιο στο οποίο τοποθετούσαν το παστωμένο κρέας.

κιώνω τελειώνω μια εργασία, συμπληρώνω.

κλαμπανάς (ο) ψηλός και άχαρος, άγαρμπος.

κλάμπανος (ο) προσβλητική έκφραση, απαξιωτική για κάποιον.

κλαπουτάου (κλαπουτσίζω) καταβροχθίζω.

κλαρί (το) κομμένα κλαδιά δέντρων που χρησιμοποιούνται για τροφή ζώων.

κλαφούνισμα το συνεχές γαύγισμα του κυνηγόσκυλου όταν βρίσκεται στα χνάρια του θηράματος, μεταφορικά η συνεχής γκρίνια.

κλιμαντήρα (η) η έντονη επιθυμία για φαγητό.

κλιματσίδα (η) η κληματόβεργα.

κλίτσικας (ο) παιδικό παιχνίδι γνωστό και ως ξυλίκι.

κλιτσινάρα (η) το πίσω μέρος του γόνατου.

κλωθογυρίζω γυρίζω γύρω-γύρω σαν την κλώσσα.

κλωνά (η) η κλωστή.

κλώσσα η κότα που κάθεται πάνω στα αυγά και τα ζεσταίνει μέχρι να εκκολαφθούν και να βγουν τα πουλιά, μεταφορικά η φλύαρη γυναίκα.

κλωσσόπουλο (το) το κοτοπουλάκι που μόλις βγήκε από το αυγό.

κο(υ)κο(υ)σέλι (το) το χαλάζι.

κόλεθρο (το) τα υγρά που αποκολλούνται μαζί με το έμβρυο όταν γεννούν τα ζώα, μεταφορικά το απόβλητο, το σιχαμερό.

κολορίζι (το) τα κλαριά του δέντρου γύρω από τον κορμό τα οποία πετάγονται από τη ρίζα του.

κοιμήσι ο ύπνος, μεταφορικά ο βλάκας.

κοκολόι (το) οι καρποί που μαζεύονται από κάτω.

κολάνια (τα) οι δερμάτινοι ιμάντες που συγκρατούν το σαμάρι του γαϊδάρου.

κο(υ)λαντρίζω καλοπιάνω, περιποιούμαι κάποιον για να καταφέρω κάτι.

κολιτσάκι (το) οι σιδερένιοι γάντζοι στο σαμάρι των ζώων, μεταφορικά κάθε τι από το οποίο μπορεί να πιαστεί κάποιος για να κάνει κάτι.

κολιτσίνα (η) η τράπουλα.

κονάκι (το) το σπίτι.

κόνξες (οι) τα καμώματα, οι προσποιήσεις.

κοντακιανός (ο) ο κοντός, ο κοντινός συγγενής.

κονταυγές (οι) κοντά στο ξημέρωμα.

κοντόγιομος αυτός που κοντεύει να γεμίσει.

κόπανος (ο) ξύλινη πλάκα με χέρι που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για να χτυπούν τα ρούχα στο πλύσιμο, μεταφορικά ο βλάκας.

κοπιάζω κουράζομαι, έρχομαι, πλησιάζω.

κόπιτσα (η) το μεταλλικό κούμπωμα του ρούχου.

κοπρίτης (ο) ο ανεπρόκοπος και τεμπέλης άνθρωπος.

κορακιάζω διψάω πολύ.

κορακοζώητος (ο) αυτός που ζει πολλά χρόνια.

κορδελάκια (τα) τα κόλπα.

κορήτος (ο) γούρνα για πότισμα κατασκευασμένη από ξύλο ή πέτρα.

κόρα (η) το εξωτερικό ξεροψημένο μέρος του ψωμιού.

κοράτσα (η) η απλυσιά και για την ακρίβεια η βρώμα που έχει σχηματίσει ένα λεπτό μαύρο στρώμα στο δέρμα.

κορκολίθι (το) πολύ μικρή στρογγυλή πέτρα.

κορκοσούρα (η) η φλύαρη, η πολυλογού γυναίκα.

κορκοφίκι (το) παρασκεύασμα από το πρώτο γάλα της γίδας ή της προβατίνας.

κορφάδα (η) ο τρυφερός βλαστός.

κορφιάς (ο) το ξύλινο οριζόντιο δοκάρι της στέγης, το γωνιακό κεραμίδι στην κορυφή της στέγης.

κορφολόγημα (το) το κόψιμο των τρυφερών βλαστών, συνήθως του αμπελιού.

κόρυζα (η) συνάχι, καταρροή.

κορώνω βρωμάω.

κοτάω τολμάω.

κοτζάμ τόσο μεγάλος.

κοτρώνα (η) η μεγάλη πέτρα.

κότσαλα (τα) τα αποξηραμένα κοτσάνια των σταφυλιών.

κοτσάφτης (ο) αυτός που έχει κομμένο αυτί.

κότσια οι αστράγαλοι, μεταφορικά το κουράγιο, η τόλμη.

κο(υ)τσι(ου)λιές (οι) τα περιττώματα των πουλιών.

κουβενταρία (η) η έντονη και ακατάπαυστη συζήτηση.

κούκλα (η) το καλαμπόκι.

κούκος (ο) είδος καπέλου.

κουκουνιάζω τρελαίνομαι, ερεθίζομαι.

κουλουπώνομαι χώνομαι ολόκληρος και με το κεφάλι κάτω από τα σκεπάσματα.

κουλούρα (η) αντικείμενα σε σχήμα μεγάλου δακτυλίου, συνήθως χρησιμοποιείται για το ψωμί με άνοιγμα στη μέση ή για ειδικά ψωμιά σε γιορτές, το στεφάνι του γάμου, το μηδέν ως βαθμός στο σχολείο.

κουμάσι (το) ακαθάριστος στάβλος, συνήθως γουρουνιών, μεταφορικά ο παλιάνθρωπος.

κουμούτσι (το) τετράγωνο κομμάτι λειτουργιάς, ένα ξεροκόμματο ψωμί.

κουμπάρα (η) μεταφορικά η λαδιά στα ρούχα κατά τη διάρκεια του φαγητού.

κουνενές (ο) το μωρό.

κουνουπαράς (ο) ο κουμπαράς στον οποίο μαζεύουμε χρήματα.

κούρβουλο (το) ο κορμός του αμπελιού, μεταφορικά η αγκύλωση άκρου του σώματος.

κουρελού (η) τάπητας με έντονα χρώματα κατασκευασμένος από κουρέλια παλαιών ρούχων.

κουρκούτι (το) ο χυλός από σιτάλευρο, μεταφορικά το ζαλισμένο μυαλό.

κουρμπέτι (το) η εξορία, η ξενιτιά, αλλά συνήθως χρησιμοποιείται σύνθετα μεταφορικά: βγαίνω στο κουρμπέτι = βγαίνω στη ζωή, στη βιοπάλη.

κουρνιάζω το φώλιασμα των πουλερικών για να κοιμηθούν, μεταφορικά μαζεύομαι για να κοιμηθώ, βρίσκω καταφύγιο για ύπνο.

κουρνιαχτός (ο) η σκόνη.

κορούνα (η) η καρακάξα.

κουρούπα (η) πήλινο δοχείο.

κουρούτα (η) προβατίνα με μικρά κέρατα.

κούτελο (το) το τμήμα του προσώπου από τα φρύδια μέχρι τις ρίζες των μαλλιών, το μέτωπο, μεταφορικά το επίπεδο σκληρό τμήμα που έχει μέτωπο σε μια κατεύθυνση.

κουτουλάου νυστάζω.

κουτουμπλέκας (ο) χαζός, ηλίθιος.

κουτουπώνω αρπάζω βίαια ρίχνω κάτω και σκεπάζω κάποιον με το σώμα, μεταφορικά η σεξουαλική πράξη.

κούτρα (η) το κεφάλι.

κουτρούλι (το) μικρό λοφάκι από χώμα δίπλα στον κορμό του αμπελιού μετά το σκάψιμο.

κουτσαλώνα (η) παραδοσιακό παιδικό παιχνίδι, το κουτσό.

κούτσαυλος (ο) ο κουτσός.

κούτσικος (ο) το μικρό παιδί, μεταφορικά ο μικροκαμωμένος.

κουτσούνα (η) η κούκλα που έπαιζαν τα κορίτσια, μεταφορικά η όμορφη γυναίκα ή και ο άνθρωπος που κάνει ό,τι του λένε οι άλλοι.

κούτσουρο (το) ο κομμένος κορμός του δέντρου, μεταφορικά ο μαθητής που δεν παίρνει τα γράμματα.

κοφίνι (το) το καλάθι από καλάμια.

κοφινίδα (η) πλατιά και κοντή κόφα.

κόφα (η) το μεγάλο καλάθι από καλάμια.

κοψαντερίθρα (η) μικρό σκουλήκι των στάσιμων κυρίως νερών που δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στα έντερα.

κοψοχολιάζω αιφνιδιάζω και φοβίζω κάποιον για κάτι που δεν υπάρχει πραγματικός λόγος.

κοψοχρονιά στη μισή τιμή.

κοψίδι (το) κομμάτι κρέας.

κράζω καλώ, φωνάζω.

κραίνω μιλώ, απαντώ.

κράνα (η) το κρανίο.

κράνη (η) η μεγάλη πείνα.

κρικέλι (το) ο μικρός συνήθως κρίκος.

κρίμα (το) το αμάρτημα.

κρισάρα (η) το κόσκινο.

κριτσινάδι (το) το ξεροψημένο κρέας.

κρουστός (ο) ο πυκνός στην ύφανση.

κρυάδα (η) το ξαφνικό πάγωμα, το ρίγος, η απρόσμενη απόρριψη, το αστείο που δεν κάνει κανέναν να γελά.

κρυγιαίνω κρυώνω.

κωλώνω εμποδίζω, αλλά και δειλιάζω.

κωλοφωτιά (η) η πυγολαμπίδα, μεταφορικά το έξυπνο παιδί.

κουλούρα (η) αντικείμενα σε σχήμα μεγάλου δακτυλίου, συνήθως χρησιμοποιείται για το ψωμί με άνοιγμα στη μέση ή για ειδικά ψωμιά σε γιορτές, το στεφάνι του γάμου, το μηδέν ως βαθμός στο σχολείο.

κουμάσι (το) ακαθάριστος στάβλος, συνήθως γουρουνιών, μεταφορικά ο παλιάνθρωπος.

κουμούτσι (το) τετράγωνο κομμάτι λειτουργιάς, ένα ξεροκόμματο ψωμί.

κουμπάρα (η) μεταφορικά η λαδιά στα ρούχα κατά τη διάρκεια του φαγητού.

κουνενές (ο) το μωρό.

κουνουπαράς (ο) ο κουμπαράς στον οποίο μαζεύουμε χρήματα.

κούρβουλο (το) ο κορμός του αμπελιού, μεταφορικά η αγκύλωση άκρου του σώματος.

κουρελού (η) τάπητας με έντονα χρώματα κατασκευασμένος από κουρέλια παλαιών ρούχων.

κουρκούτι (το) ο χυλός από σιτάλευρο, μεταφορικά το ζαλισμένο μυαλό.

κουρμπέτι (το) η εξορία, η ξενιτιά, αλλά συνήθως χρησιμοποιείται σύνθετα μεταφορικά: βγαίνω στο κουρμπέτι = βγαίνω στη ζωή, στη βιοπάλη.

κουρνιάζω το φώλιασμα των πουλερικών για να κοιμηθούν, μεταφορικά μαζεύομαι για να κοιμηθώ, βρίσκω καταφύγιο για ύπνο.

κουρνιαχτός (ο) η σκόνη.

κορούνα (η) η καρακάξα.

κουρούπα (η) πήλινο δοχείο.

κουρούτα (η) προβατίνα με μικρά κέρατα.

κούτελο (το) το τμήμα του προσώπου από τα φρύδια μέχρι τις ρίζες των μαλλιών, το μέτωπο, μεταφορικά το επίπεδο σκληρό τμήμα που έχει μέτωπο σε μια κατεύθυνση.

κουτουλάου νυστάζω.

κουτουμπλέκας (ο) χαζός, ηλίθιος.

κουτουπώνω αρπάζω βίαια ρίχνω κάτω και σκεπάζω κάποιον με το σώμα, μεταφορικά η σεξουαλική πράξη.

κούτρα (η) το κεφάλι.

κουτρούλι (το) μικρό λοφάκι από χώμα δίπλα στον κορμό του αμπελιού μετά το σκάψιμο.

κουτσαλώνα (η) παραδοσιακό παιδικό παιχνίδι, το κουτσό.

κούτσαυλος (ο) ο κουτσός.

κούτσικος (ο) το μικρό παιδί, μεταφορικά ο μικροκαμωμένος.

κουτσούνα (η) η κούκλα που έπαιζαν τα κορίτσια, μεταφορικά η όμορφη γυναίκα ή και ο άνθρωπος που κάνει ό,τι του λένε οι άλλοι.

κούτσουρο (το) ο κομμένος κορμός του δέντρου, μεταφορικά ο μαθητής που δεν παίρνει τα γράμματα.

κοφίνι (το) το καλάθι από καλάμια.

κοφινίδα (η) πλατιά και κοντή κόφα.

κόφα (η) το μεγάλο καλάθι από καλάμια.

κοψαντερίθρα (η) μικρό σκουλήκι των στάσιμων κυρίως νερών που δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στα έντερα.

κοψοχολιάζω αιφνιδιάζω και φοβίζω κάποιον για κάτι που δεν υπάρχει πραγματικός λόγος.

κοψοχρονιά στη μισή τιμή.

κοψίδι (το) κομμάτι κρέας.

κράζω καλώ, φωνάζω.

κραίνω μιλώ, απαντώ.

κράνα (η) το κρανίο.

κράνη (η) η μεγάλη πείνα.

κρικέλι (το) ο μικρός συνήθως κρίκος.

κρίμα (το) το αμάρτημα.

κρισάρα (η) το κόσκινο.

κριτσινάδι (το) το ξεροψημένο κρέας.

κρουστός (ο) ο πυκνός στην ύφανση.

κρυάδα (η) το ξαφνικό πάγωμα, το ρίγος, η απρόσμενη απόρριψη, το αστείο που δεν κάνει κανέναν να γελά.

κρυγιαίνω κρυώνω.

κωλώνω εμποδίζω, αλλά και δειλιάζω.

κωλοφωτιά (η) η πυγολαμπίδα, μεταφορικά το έξυπνο παιδί.

Λ

λάβρα (η) η μεγάλη ζέστη.

λαβροτανάω ταλαιπωρώ.

λαγάνα (η) το ψωμί της Καθαροδευτέρας, μια φαρδιά και λεπτή κουλούρα συνήθως.

λαγαρό (το) το υπογάστριο ζώου.

λαγαρός (ο) απαλλαγμένος από ξένα σώματα, διαυγής, καθαρός.

λαγγεύω αναπηδώ, σκιρτώ, αίσθηση και εκδήλωση ερωτισμού, μεταφορικά το νευρικό παίξιμο του ματιού.

λάγια (η) η μαύρη προβατίνα.

λαγκουνίζω λάμπω, γυαλίζω.

λαδιά (η) η μεγάλη παραγωγή ελαιολάδου, το σημάδι από το λάδι στα ρούχα, μεταφορικά η απατεωνιά.

λαδικό (το) μικρό τενεκεδένιο δοχείο με χερούλι και λεπτό σωλήνα που ξεκινούσε από τη βάση του και χρησίμευε για να χύνεται με μέτρο το λάδι.

λαδούσα (η) δοχείο μεταφοράς λαδιού.

λαήνα (η) μικρό πήλινο δοχείο με στενό στόμιο και δύο χερούλια που χρησίμευε για τη μεταφορά υγρών.

λαιμαριά (η) το σκοινί που περνούσαν από το λαιμό των ζώων και έδεναν σε αυτό την τριχιά για να το τραβήξουν ή να το δέσουν.

λάκα (η) το ίσιωμα, επίπεδο τμήμα εδάφους.

λακάω το βάζω στα πόδια.

λακιτός (ο) αυτός που το έβαλε στα πόδια, αυτός που κινείται βιαστικά.

λάκος (ο) ο αργαλειός.

λακριντί (το) το κουβεντολόι, η συζήτηση για ασήμαντα θέματα και κατά μια έννοια το κουτσομπολιό.

λαλαγκίδες (οι) κουταλιές από χυλό αλευριού που ψήνονται σε καυτό λάδι στο τηγάνι και τρώγονται με γλυκό (μέλι, ζάχαρη, πετιμέζι) ή και αλμυρό (τυρί).

λάμια (η) τέρας με γυναικεία μορφή, μεταφορικά όμορφη γυναίκα με άσχημο χαρακτήρα, κακιά και δύστροπη.

λαμπίκο πολύ καθαρό.

λαπάντι (το) το γνήσιο.

λατανάω τα αρνοκάτσικα που βυζαίνουν με θόρυβο, μεταφορικά φορτώνομαι, ταλαιπωρώ.

λαχίδι (το) μικρό τμήμα χωραφιού, συνήθως σε ορεινές περιοχές.

λεβέτι (το) μεγάλο χάλκινο δοχείο, το καζάνι.

λεβίδα (η) σκουλήκι του εντέρου.

λεγάμενος (ο) σύζυγος, εραστής, κάποιος που δεν θέλουμε να αναφέρουμε το όνομά του.

λεημόνι (το) το λεμόνι.

λειψό (το) το ψωμί που δεν έχει ψηθεί καλά.

λείριασα μαράθηκα.

λειτουργιά (η) το πρόσφορο που πηγαίνουν στην εκκλησία.

λεμές (ο) ο παλιάνθρωπος.

(γ)λέπω βλέπω, ατενίζω.

λεφούσι (το) πυκνό πλήθος συνήθως ανθρώπων που επιτίθενται καταστροφικά, αλλά και εντόμων.

λεχρίτης (ο) ο τιποτένιος, ο βρομερός, ο παλιάνθρωπος.

λημέρι (το) καταφύγιο κακοποιών, μεταφορικά το σημείο στο οποίο βρίσκεται σχεδόν μονίμως κάποιος.

λησμονάω ξεχνώ.

λιανός ο λεπτός, ο αδύνατος, με την έννοια του μεγέθους ο μικρός.

λιάρος (ο) ασπρόμαυρος, παρδαλός (κυρίως όταν πρόκειται για βόδια).

λιάστρα αφημένα στον ήλιο, χώρος που αφήνονται καρποί να ξεραθούν στον ήλιο, μεταφορικά αντικείμενα απλωμένα και ατακτοποίητα κάτω.

λιγοψυχία (η) η έντονη τάση για λιποθυμία που προέρχεται από πείνα, μεταφορικά ο φόβος και η υποχώρηση σε σχέση με κάτι που επιχειρεί κάποιος.

λίμα (η) η μεγάλη πείνα.

λιμαντήρα (η) η μεγάλη πείνα.

λιμοτάγαρο (το) περιφρονητικά ο πεινασμένος.

λίμπα (η) μεγάλο πήλινο δοχείο, μεταφορικά ο τόπος που γεμίζει νερά από ένα βίαιο φαινόμενο, μεταφορικά όταν κάποιος διαλύει τα πάντα γύρω του.

λιμπί (το) το μέρος του ελαιουργείου όπου μαζευόταν το λάδι που έβγαινε.

λιμπίζουμαι επιθυμώ πολύ κάτι.

λινάτσα (η) είδος ευτελούς υφάσματος, μεταφορικά ο τιποτένιος, ο παλιάνθρωπος.

λινός (ο) το πατητήρι των σταφυλιών.

λιοκόκκια (τα) ο σπασμένος πυρήνας του ελαιοκάρπου που μένει στο ελαιουργείο μετά την εξαγωγή του ελαιολάδου.

λιόσμα (τα) τα απόβλητα των ελαιουργείων.

λιόφ(υ)το (το) το χωράφι με μικρής ηλικίας ελιές, το ελαιόδενδρο.

λιτρουβιό (το) το ελαιουργείο.

λιχνίζω ξεχωρίζω το σιτάρι από το άχυρο ή τη σταφίδα από τα ξεραμένα κοτσάνια με τη βοήθεια του αέρα πετώντας τα ψηλά με ξύλινο φτυάρι όταν φυσάει αέρας.

λιπάρισμα (το) η λίπανση φυτών και δέντρων.

λοβός (ο) ο ελαττωματικός, ο ασθενικός, ο αδύνατος.

λόγγος (ο) η δασωμένη περιοχή με πυκνή βλάστηση.

λόζος (ο) ο σταύλος για γουρούνια.

λοκάνικο (το) το λουκάνικο.

λόντρα (η) κομμάτι χοιρινού κρέατος με λίγο κρέας, πολύ λίπος και δέρμα απέξω.

λόπια (τα) είδος άσπρων ξηρών φασολιών που βράζουν με άλλα υλικά και γίνονται σούπα.

λόρδα (η) η πείνα.

λοστάρι (το) μακρύς σιδερένιος μοχλός με τον οποίο άνοιγαν τρύπες στο έδαφος.

λουβιά (τα) ο καρπός των φρέσκων φασολιών, κουκιών, μπιζελιών.

λούκι (το) λεπτός σωλήνας, μεταφορικά ο καρπός του καλαμποκιού και ο δρόμος χωρίς επιστροφή.

λουλώνω μισοκοιμάμαι, συνήθως σε περιπτώσεις εξάντλησης από ασθένεια.

λουμάκι (το) τρυφερό και ίσιο βλαστάρι φυτού.

λούμπα (η) η λακκούβα με βρόχινο νερό, μικρή ποταμίσια λίμνη.

λουμίνι (το) το φιτίλι του καντηλιού που τραβάει και καίει το λάδι.

λουμώνω κρύβομαι, μαζεύομαι και δεν μιλάω, συνήθως όταν υπάρχουν φόβος ή ενοχή.

λουπινιάζω καταβροχθίζω, χάφτω.

λούρα (η) η λεπτή και εύκαμπτη βέργα.

λουρίδα (η) η λωρίδα, μεταφορικά η ζώνη του παντελονιού.

λουτριάζω πλένω τα βαρέλια του κρασιού.

λούτσα βρεγμένος από πάνω μέχρι κάτω.

λουτσίζομαι βρέχομαι.

λυγιά (η) υδρόβιος θάμνος, η λυγαριά.

λυγερή (η) ψηλή και ευκίνητη γυναίκα.

λυκοφαγωμένο (το) το σκληρό και ατίθασο ζώο.

λυκοφαμελιά (η) η μεγάλη οικογένεια που δεν χορταίνει ψωμί.

λυσσ(ι)ακό (το) η λύσσα, η κατάσταση κάποιου που κάνει σαν λυσσασμένος.

λυσουρία (η) το πολύ αλμυρό φαγητό.Διαβάστε το άρθρο στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ http://www.eleftheriaonline.gr/politismos/history/item/41210-topiko-glwssari-4

Μ



μαγάρα (η) η ακαθαρσία, τα κόπρανα.

μαγαρισμένος (ο) μεταφορικά ο ανήθικος, ο αρνησίθρησκος.

μαγέρεμα (το) τα φρέσκα λαχανικά του κήπου που μαγειρεύονται στην κατσαρόλα.

μαγεργιά (η) η ποσότητα υλικών για ένα μαγέρεμα.

μάγκανο (το) το μηχάνημα (συνήθως σιδερένιο) για την άντληση νερού από το πηγάδι. Το αποτελούσε ένας κύλινδρος με χειρολαβή στο πλάι που στηριζόταν σε δύο υποδοχές πάνω στο στόμιο του πηγαδιού. Γύρω του ήταν τυλιγμένο το σκοινί με το οποίο κατέβαινε ο κάδος και γέμιζε στο πηγάδι. Μεταφορικά η φασαρία λόγω του θορύβου που γινόταν στη διαδικασία άντλησης του νερού.

μαγκανοπήγαδο (το) πηγάδι εξοπλισμένο με μαγκάνι. Μεταφορικά η επαναλαμβανόμενη διαρκώς εργασία.

μαγκλαράς (ο) ο μεγαλόσωμος.

μαγκούφης (ο) ο έρημος, ο μόνος στον κόσμο.

μαγκώνω σφίγγω πολύ δυνατά έτσι ώστε να μην μπορεί να κινηθεί κάτι.

μάζωξη (η) η συγκέντρωση.

μαζώνω μαζεύω.

μαηδέ μηδέ.

μαθές βέβαια, φυσικά.

μακαρούνια (τα) τα μακαρόνια.

μάκενα (η) μηχανή διαχωρισμού του καρπού από τα κότσαλα της σταφίδας.

μάκια χαϊδευτικά τα φιλιά.

μαλαγάνας (ο) ο διπλωμάτης, ο καταφερτζής.

μάμα (η) το στομάχι της κότας.

μανάρι (το) το θρεφτάρι, το οικόσιτο αρνί.

μαναστήρι (το) το μοναστήρι.

μαναστηριακό (το) το μοναχικό, το έρημο.

μαναχά μόνα τους.

μάνι μάνι γρήγορα.

μάνταλο (το) ο σύρτης ασφαλείας της πόρτας και των παραθύρων.

μαντάτο (το) το νέο, η είδηση.

μάντζα (η) συμπαγές και σκληρό κομμάτι χώμα.

μαντήλα (η) το κεφαλομάντηλο

μαντρακάς (ο) το παλιό αυτοκίνητο το οποίο ίσα που καταφέρνει να κινείται… τρίζοντας.

μαντρί (το) περιφραγμένος χώρος όπου κλείνουν τα πρόβατα.

μάπα (η) το στρογγυλό λάχανο.

μαραγκούλα (η) το ξερό σύκο.

μαράζι (το) ο μεγάλος καημός.

μαραχουλάω πιάνοντας κάτι το ρυπαίνω και αχρηστεύεται.

μαργώνω κρυώνω, ξεπαγιάζω.

μαριόλα (η) η ναζιάρα

μαριόλικο (το) το ναζιάρικο

μάρκαλος (ο) η πράξη γονιμοποίησης των αιγοπροβάτων.

μαρμάγκα (η) φαρμακερή, μεγάλου μεγέθους αράχνη.

μαρκούτσι (το) μακρύ κυλινδρικό αντικείμενο.

μαρτίνια τα οικόσιτα και μικρά αιγοπρόβατα.

μασιά (η) εργαλείο που χρησιμοποιείται στο τζάκι.

μασκαντούρης (ο) όμορφος, επικίνδυνος να ματιαστεί.

μασούρι (το) λεπτό κομμάτι από καλάμι που τυλίγουν επάνω νήμα. Κάθε αντικείμενο που έχει κυλινδρικό σχήμα.

μαστάρι (το) το βυζί, συνήθως χρησιμοποιείται όταν πρόκειται για ζώα.

μάσω (να) να μαζέψω.

μάτα πάλι.

ματιάζω ρίχνω τη ματιά μου, βασκάνω.

ματσαράγκα (η) πονηριά, ατιμία.

ματσούκι (το) το ρόπαλο, ο ξυλοδαρμός.

ματσουλάω μασάω σιγά και επίμονα για πολύ ώρα.

μαυροτσούκαλος (ο) ο πολύ μαύρος, σαν το τσουκάλι.

μαχαλάς (ο) η γειτονιά.

μαχμουρλής (ο) ο νωθρός, αυτός που μόλις ξύπνησε αλλά είναι ακόμη υπό την επήρεια του ύπνου.

μαύρος (ο) ο καημένος ως έκφραση συμπάθειας στην ταλαιπωρία και τον πόνο.

μεϊντάνι (το) η πλατεία, η αγορά.

μελεούνι (το) το μεγάλο πλήθος.

μελιγκώνι (το) το μικρό μυρμήγκι.

μερεμέτι (το) η επιδιόρθωση.

μερί (το) το μπούτι.

μέρος (το) το αποχωρητήριο.

μεροδούλι (το) η αμοιβή για μια ημέρα εργασία.

μερομήνια (τα) οι πρώτες 12 ημέρες του Αυγούστου από τα σημάδια των οποίων οι παλιοί μάντευαν τον καιρό της χρονιάς κατά μήνα.

μερτικό (το) το μερίδιο.

μεσάντρα (η) ο καλαμένιος εσωτερικός τοίχος.

μεσοβδόμαδα στη μέση της βδομάδας.

μεσόκοπος (ο) ο άνθρωπος μέσης ηλικίας.

μεσοράχη (η) κορυφή ανάμεσα σε δύο βουνά.

μετερίζι (το) οχύρωμα, θέση μάχης.

μινέσκω μένω.

μίνια μία.

μι(ου)σαφίρης (ο) ο επισκέπτης.

μιρμιλάει με τρώει ένα μέρος του σώματος.

μισεύω φεύγω στα ξένα.

μισιακό (το) μισθωμένο κτήμα ή κοπάδι τα έσοδα από το οποίο μοιράζεται ο ενοικιαστής με τον ιδιοκτήτη στη βάση συμφωνίας που έχουν κάνει.

μισοκούντελος (ο) ο μισότρελος.

μισοφόρι (το) εσωτερικό γυναικείο ένδυμα.

μισοχώρι (το) εσωτερικός τοίχος σπιτιού.

μοιράδι (το) το μερτικό.

μολεύω μολύνω.

μολογάω ομολογώ, διηγούμαι.

μολόχα (η) το γεράνι.

μονόσμπαρα μια και έξω, με τη μια.

μόρα (η) ο εφιάλτης του ύπνου.

μοσχαναθρεμένος (ο) ο μεγαλωμένος με όλες τις ανέσεις και όλα τα καλά.

μούκουλο (το) η συσσώρευση λίπους στο λαιμό.

μούλικο (το) το νόθο, το εξώγαμο παιδί.

μουλωχτός (ο) αυτός που δεν εκδηλώνεται και ενεργεί στα κρυφά.

μουνουχάω ευνουχίζω, κόβω τα αχαμνά.

μουνούχι (το) το ευνουχισμένο αρνί ή κατσίκι.

μουνούχος (ο) ο ευνούχος, αυτός που του έχουν κόψει τα αχαμνά.

μούντζα (η) η χειρονομία με ανοιχτή παλάμη.

μουντζαλιά (η) κηλίδα από μελάνι, το σβήσιμο των γραμμάτων με μολύβι ή στυλό.

μου(ν)τζούρα (η) λεκές από σκουρόχρωμη ουσία.

μούργα (η) το κατακάθι από το λάδι.

μουργέλα (η) η μεγάλη μύγα, μεταφορικά η τεμπελιά.

μουρντζώνω σκοτεινιάζω.

μουρχούτα (η) μεγάλο και βαθύ πιάτο.

μουρχούτας (ο) ο λαίμαργος.

μουσαφίρης (ο) ο φιλοξενούμενος.

μουσίτσα (η) μικρό σκουλήκι που μετατρέπεται σε έντομο, μεταφορικά αυτός που συμπεριφέρεται με πονηριά.

μουσκαρίζω χαζεύω.

μούσκλια (τα) παράσιτα που καλύπτουν τους κορμούς των δέντρων, πρασινάδες σε υγρό τόπο και λιμνάζοντα νερά.

μουσκλώνω είμαι έτοιμος να βάλω τα κλάματα, ρίχνω μούρη από θυμό ή δυσαρέσκεια.

μούσκιο (το) το μούλιασμα.

μουσμούλης (ο) αυτός που κινείται με αργούς ρυθμούς και βαριεστημένα.

μουστερής (ο) ο πελάτης.

μουστρίζω πασαλείβω, λερώνομαι στο πρόσωπο, χρησιμοποιείται κυρίως όταν πρόκειται για φαγητό.

μουτζήθρα (η) η μυτζήθρα.

μουσκίδι μούσκεμα.

μουχρίτσα (η) ζιζάνιο σε τόπο που ποτίζεται, μεταφορικά αυτή που κρύβει τον κακό της σκοπό ή χαρακτήρα.

μπαγλαρώνω δένω γερά κάποιον.

μπαιζοβγαίνω μπαινοβγαίνω.

μπαγλάμι (το) η έμμονη ιδέα, επιμονή, προσκόλληση σε κάτι.

μπαϊλντίζω κουράζομαι πολύ σωματικά ή πνευματικά.

μπαϊράκι (το) σημαία αλλά και στρατιωτική δύναμη.

μπάκα (η) η φουσκωμένη συνήθως κοιλιά.

μπάκακας (ο) ο βάτραχος

μπακαλέος (ο) ο παστός βακαλάος.

μπακανιάρης (ο) αυτός έχει μεγάλη κοιλιά, μεταφορικά αυτός που τρώει πολύ.

μπακίρια (τα) σκεύη της κουζίνας από χαλκό.

μπάλες (οι) μεγάλα δέματα αποξηραμένου χόρτου.

μπαλκόνι (το) η βεράντα.

μπαμπούγερας (ο) παράσιτο των ξηρών οσπρίων.

μπαμπουλώνομαι σκεπάζω ολόκληρο το κεφάλι και το πρόσωπο.

μπούρμπουνας (ο) το σκαθάρι, μεταφορικά ο μικρόσωμος άνθρωπος που μεταφέρει πράγματα δυσανάλογα με το βάρος του, χαϊδευτικά το μικρό γεροδεμένο παιδί που περπατάει στα τέσσερα.

μπουρνέλα (η) το κορόμηλο.

μπουσουλάω κινούμαι με τα τέσσερα, κυρίως για παιδάκια.

μπούφλα (η) το χτύπημα στο πρόσωπο με την παλάμη

μπουχάδι (το) το βλαστάρι της ελιάς.

μπουχάω (μπουχίζω) καταβρέχω με κάποιο υγρό το οποίο έχω μπουκώσει στο στόμα.

μπουχός (ο) η σκόνη από χώμα.

μπόχα (η) η δυσοσμία.

μπράσκα (η) είδος μεγάλου βάτραχου που ζει στην ξηρά, μεταφορικά η κοντόχοντρη γυναίκα.

μπρίκι (το) μεταλλικό δοχείο για το ψήσιμο του καφέ.

μπρίσκαλο (το) το άγουρο σύκο.

μπρίσκας (ο) ο κοιλαράς.

μπροστέλα (η) η ποδιά που φοράει η γυναίκα.

μπροστινέλα (η) το κολάνι του στήθους των ζώων.

μπροστόβαρος αυτός που γέρνει μπροστά.

μπροστύτερα ενωρίτερα.

μπρούκλης (ο) ο ξενιτεμένος που επιστρέφοντας φέρνει μεγάλη περιουσία.

μώρα (η) η αποχαύνωση.

μωρώνω παρηγορώ το μωρό για να ησυχάσει, μεταφορικά μένω αμίλητος.

μώκος (ο) ο άλαλος, η σιωπή (κάνε μώκο = σώπασε)

Ν

(α)ναβαήστηκα αναστατώθηκα, συγχύστηκα.

νάκα (η) φορητή δερμάτινη κούνια για τη μεταφορά του μωρού.

νέμα (το) το νήμα.

νεραϊδικό (το) το ξωτικό.

νεραϊδοπαρμένος (ο) ο αλαφροΐσκιωτος.

νεροφαγιά (η) έκταση στην οποία έχουν παρασυρθεί τα χώματα και σχηματίζουν βαθούλωμα στο έδαφος.

νεροκαΐλα (η) η ανυπόφορη δίψα.

νεροτριβή (ο) το νερό που πέφτει και με την τριβή πλένει τα χοντρά ρούχα, σκεπάσματα, χαλιά κλπ.

νίβομαι πλένω με τα χέρια μου το πρόσωπο.

νιτερέσιο (το) η δοσοληψία αλλά και η διαφορά, η διένεξη.

νίλα (η) μεγάλη ζημιά, καταστροφή, συμφορά.

νισάφι (το) χάρη, ευσπλαχνία, έλεος.

νισάφι πια φτάνει πια.

νιογάμπρια (τα) το νιόπαντρο ζευγάρι.

νογάω καταλαβαίνω.

νομάτοι (οι) τα άτομα.

νόμου δώσε μου.

νουρά (η) η ουρά.

νταβαντούρι (το) η φασαρία, ο θόρυβος.

νταβάς (ο) πήλινο ή χάλκινο ταψί.

νταβλακώνω τραπεζώνω, τρώω πολύ.

νταβράντισμα ανάκτηση δύναμης, αναζωογόνηση.

νταγιαντώ υπομένω.

ντάκος (ο) το υποστήριγμα.

ντάλα η κορύφωση.

νταλκάς (ο) επιθυμία, πόθος.

νταμαχιάρης δουλευταράς, πλεονέκτης.

νταμπλάς η καρδιακή συγκοπή.

νταμιζάνα (η) μεγάλο γυάλινο δοχείο σε σχήμα μπουκαλιού με περίβλημα από ψαθί ή σκοινί.

ντάνα (η) όμοια πράγματα το ένα πάνω στο άλλο.

νταραβέρι (το) δοσοληψία, σχέση, μεταφορικά διασκέδαση.

νταρακλιάς (ο) ο φοβιτσιάρης.

νταρτνάνα (η) η μεγαλόσωμη γυναίκα.

ντερβίσης (ο) ο λεβέντης.

ντερέκι (το) ο πολύ ψηλός.

ντερλικώνω τρώω πολύ και καλά.

ντερμπεντέρης (ο) ο ανοιχτόκαρδος.

ντέρτι (το) ο μεγάλος καημός.

ντερώνουμαι τεντώνω το κορμί με το κεφάλι ψηλά.

ντόμπρος (ο) ο ειλικρινής, αυτός που μιλάει καθαρά.

ντορβάς (ο) μεγάλο σακούλι στο οποίο βάζουν το κεφάλι των ζώων και τα ταΐζουν καρπό.

ντορής (ο) το κόκκινο άλογο.

ντόρος )ο) ο μεγάλος θόρυβος, κάτι που προκαλεί μεγάλη συζήτηση.

ντορός (ο) το ίχνος.

ντουβάρι (το) ο τοίχος.

ντουβλούκι (το) ο αγράμματος, αυτός που δεν καταλαβαίνει.

ντουβρώνω δυναμώνω, επανακτώ δυνάμεις, ξεχειλίζω από ζωτικότητα.

ντουγρού κατ’ ευθείαν.

ντουνιάς (ο) ο κόσμος.

ντούρος (ο) αυτός που έχει ίσια το κορμί.

ντράβαλα τα μπλεξίματα, οι περιπέτειες.

ντραμουζάνα (η) γυάλινη μεγάλη φιάλη για κρασί.

ντρέγουρος (ο) ζωηρός, βιαστικός, απείθαρχος.

ντρίλι (το) είδος φθηνού υφάσματος.

ντρίτσα (η) το ψάθινο καπέλο που φοριέται για ίσκιο το καλοκαίρι.



ντώνω χαλαρώνω, λασκάρω αλλά και τεντώνω, απομακρύνομαι.



Ξ

ξάγναντο (το) το ξέφωτο.

ξαδειάζω ευκαιρώ.

ξαίνω επεξεργάζομαι το μαλλί, το χτενίζω ώστε να γίνει κατάλληλο για φτιάξω νήμα.

ξακρίζω πηγαίνω στην άκρη.

ξαμώνω αποτρέπω, χειρονομώ απειλητικά.

ξανάβω ανάβω εκ νέου, μεταφορικά φουντώνω, θυμώνω.

ξανασαίνω παίρνω ανάσες.

ξαρίζω καθαρίζω το έδαφος με μεγάλη επιμέλεια, συνήθως χρησιμοποιείται για τα αλώνια στα οποία απλώνουν τις σταφίδες.

ξαφρίζω καθαρίζω τον αφρό από το κρέας ή άλλα τρόφιμα που βράζουν, μεταφορικά κλέβω χωρίς να με καταλάβουν.

ξεβγάζω ξεπροβοδίζω κάποιον, βγάζω κάποια υποχρέωση πρόχειρα, ξεπλένω τα ρούχα από τη σαπουνάδα.

ξεβουρτσολόγος (ο) αυτός που κλέβει ελιές τραβώντας τους καρπούς με το χέρι από το κλαρί μέσα σε ένα καλάθι που έχει στο άλλο χέρι

ξεγερεύω βρίσκω την υγεία μου μετά από αρρώστια.

ξεγ(κ)οφιάζουμαι εξαρθώνεται ο γοφός μου, μεταφορικά η κούραση από έντονες και απότομες κινήσεις.

ξεδίνω εκτονώνομαι.

ξεζαλώνω ξεφορτώνω κάποιον.

ξεθερμίζω ρίχνω καυτό νερό και καθαρίζω από το δέρμα το χοιρινό ή τα υπολείμματα στο δέρμα των πτηνών.

ξεΐγκλωτος (ο) το ζώο που δεν έχει ίγκλα, δηλαδή λουρίδα που να δένει το σαμάρι του, μεταφορικά ο άνθρωπος που δεν στερεώνεται το παντελόνι του και κρέμονται τα ρούχα του, ο ασουλούπωτος.

ξεκαμπίζω έρχομαι.

ξεκατινάζουμαι κουράζομαι από μεγάλη οδοιπορία ή εργασία, μεταφορικά η δημόσια διαμάχη με χαμηλού επιπέδου προσωπικές επιθέσεις.

ξέκοπα κατ’ αποκοπήν, ανάληψη εργασίας με συμφωνημένη τιμή για την εκτέλεσή της.

ξεκορφίζω εξέχω, είμαι πάνω ή πιο ψηλός από τους άλλους.

ξεκουμπίζουμαι φεύγω κακήν κακώς.

ξεκούτρουλος (ο) χωρίς καπέλο.

ξεκωλώνω ξεριζώνω.

ξελακκώνω ανοίγω λάκκο γύρω από τη ρίζα φυτού ή δέντρου.

ξελημεριάζω περνάω όλη την ημέρα μου.

ξελιγώθηκα εξαντλήθηκα από την πείνα ή την κούραση.

ξελογγώνω εκχερσώνω από θαμνώδη βλάστηση.

ξελόντζα (η) πρόχειρη κατασκευή για τον σταβλισμό των αιγοπροβάτων.

ξεμασκαλίζω τραβάω με δύναμη και παίρνω το κλαδί του δέντρου, μεταφορικά το απότομα τράβηγμα του χεριού.

ξεμοναχιάζω απομονώνω κάποιον συνήθως με κακό σκοπό, βρίσκω την ευκαιρία να μιλήσω σε κάποιον χωρίς να είναι άλλος μπροστά.

ξεμπινιάστηκα εξαντλήθηκα.

ξεμπροστιάζω αποκαλύπτω κάποιον για πράξεις του μπροστά σε άλλους.

ξεμπρατσαλώνουμαι σηκώνω τα μανίκια μου ή κυκλοφορώ ρούχα που φαίνονται τα μπράτσα μου.

ξένα (τα) η ξενιτιά.

ξενηστικωμάρα (η) η πείνα.

ξεπεζεύω ξεκαβαλικεύω, φθάνω κάπου μετά από μια διαδρομή.

ξεπεταρούδι (το) το πουλί που μόλις άρχισε να πετάει, μεταφορικά το πολύ μικρό παιδί.

ξεπίτυσα πείνασα πολύ.

ξεραΐλα (η) η ανομβρία.

ξεράκι (το) το ξερό δέντρο.

ξερακιανός (ο) ο αδύνατος στο πρόσωπο.

ξεριάς (ο) ο ξεροπόταμος.

ξερικός (ο) ο τόπος που δεν ποτίζεται.

ξεροκούμουτσο (το) ξερό κομμάτι ψωμιού.

ξερολιθιά (η) τοίχος από πέτρες ανάμεσα τις οποίες δεν υπάρχει συνδετικό υλικό.

ξεροσταλιάζω στέκομαι όρθιος για πολύ ώρα περιμένοντας κάτι.

ξερός (ο) ο πεθαμένος.

ξεροφάι (το) η ξηρά τροφή.

ξεσαγωνιάστηκα αδυνάτισα πολύ.

ξεσηκώνω αντιγράφω επακριβώς.

ξέσκουρα επιπόλαια, επιφανειακά.

ξεσπινίζω αφαιρώ τους καρπούς από το καλαμπόκι, τα ξεραμένα φασόλια, το ρόδι κλπ.

ξεσυνερίζουμαι αντίδικα, κάνω κάτι εξαιτίας κάποιου πράγματος που κάνει κάποιος άλλος.

ξεσυνέρ(γ)ια (η) ο ανταγωνισμός.

ξεφουρτσίζω γδέρνω.

ξεφουσαίνω ξεφυσάω, συνήθως χρησιμοποιείται για την κατάσταση ύπνου.

ξεφτέρι (το) το μικρό γεράκι, ο πολύ έξυπνος άνθρωπος.

ξέφωτο (το) ανοιχτό μέρος σε δάσος ή θαμνώδη τόπο.

ξεχαρβαλωμένος (ο) ο διαλυμένος ή αυτός που είναι έτοιμος να διαλυθεί.

ξηνταβελώνης (ο) ο τσιγγούνης.

ξιέμαι ξύνομαι.

ξινάρι (το) η αξίνα.

ξόβεργα (η) παγίδα για πουλιά.

ξύσμα (το) κομμάτι ξυσμένης φλούδας.

ξυστρί (το) εργαλείο με το οποίο έξυναν την τρίχα των αλόγων.

ξώσπιτο (το) σπίτι στο χωράφι που χρησιμοποιείται είτε σαν αποθήκη είτε σαν πρόχειρο κατάλυμα.

ξωτικό (το) μυθικό πλάσμα των δασών, δαιμόνιο της λαϊκής παράδοσης.

ξώφαλτσα ξυστά, ίσα που ακούμπησε.



Ο

Οβραίος (ο) ο Εβραίος (και Οβριός).

όγιος όποιος.

ογλήγορος γρήγορος, ταχύς.

ολούθε παντού.

ολότελα εντελώς.

οματιά (η) χοντρά έντερα του χοιρινού γεμισμένα με χοντροκομένο σιτάρι, μικρά κομμάτια από σπλήνα, καυκαλήθρες, πορτοκαλόφλουδες και μπαχαρικά. Το έψηναν στο φούρνο την επομένη από τις γουρνοσφαξιές.

όμπυο (το) το πύον.

οξαποδός (ο) ο διάβολος.

ορίζω διατάζω.

ορμήνεια (η) η οδηγία, η συμβουλή.

όρνιο (το) το αρπακτικό πουλί και μεταφορικά ο χαζός άνθρωπος.

ούλος όλος.

όχτος (ο) χωμάτινο φυσικό αντέρισμα, απότομος βράχος ή γκρεμός.

οχτρός (ο) ο εχθρός.



Π

πααίνω πηγαίνω.

παγανά (τα) οι καλικάντζαροι, τα δαιμονικά, τα ποντίκια.

παγανιά (η) ανιχνευτικό "σάρωμα" μιας περιοχής από ένοπλη ομάδα.

παιδοκομάω περιποιούμαι το παιδί.

παΐρι (το) η επίτευξη στόχου με δύναμη και αξία (με το παΐρι του).

(τον) παίρνω δίπλα αποκοιμιέμαι.

πάκια (τα) οι γοφοί.

πάλαι πάλι.

παλάντζα (η) είδος φορητής ζυγαριάς που αποτελείται από ένα δίσκο στον οποίο τοποθετείται το υπό ζύγιση αντικείμενο και έναν κανόνα (σιδερένιο χάρακα με υποδιαιρέσεις για το βάρος) με κινητό αντίβαρο που προσδιορίζει το βάρος στο σημείο ισορροπίας. Μεταφορικά ο άνθρωπος που αλλάζει διαρκώς γνώμη επηρεαζόμενος από διάφορους παράγοντες, ο άνθρωπος που ταλαντεύεται.

παλιόπραμα (το) ο παλιάνθρωπος.

παλούκι (το) ο πάσσαλος.

παλουκώσου κάθισε κάτω ήσυχος.

παναγιάρι στρογγυλή ξύλινη σφραγίδα με την οποία σημαδεύουν το πρόσφορο.

παναίριος εξαιρετικός, πολύ ωραίος.

πανιάρα (η) πανί δεμένο σε ξύλο που το βουτούσαν στο νερό και καθάριζαν τον ξυλόφουρνο για να ρίξουν τα καρβέλια.

πάντα (η) η πλευρά, η άκρη.

παντέρμος ο μόνος στον κόσμο.

παντόφιλα (η) η παντόφλα.

πανωπροίκι (το) η πρόσθετη προίκα που ζητούσε ο γαμπρός για κάποιο λόγο.

πανώρια η πολύ ωραία γυναίκα.

πάπαλο ο αγαθός μέχρι ανοησίας.

παπάρα (η) πρόχειρο φαγητό με κομμάτια νερού μέσα σε λάδι ή νερό.

παπαριάζω μουσκεύω κάτι στο νερό μέχρι να μαλακώσει.

παπαρίζω μιλάω συνεχώς και λέω κουταμάρες.

παπορίσιο αυτό που πωλείται σε υπερβολική τιμή (το πλήρωσα παπορίσιο).

παπάς το δοκάρι στη στέγη που ξεκινάει από εκεί που ενώνονται τα ψαλίδια και φθάνει μέχρι το πάτερο.

παραγώνι (το) ο χώρος γύρω από τη γωνιά που άναβαν φωτιά στο τζάκι.

παράδες (οι) τα χρήματα.

παραθάρρια το τολμηρό ξεθάρρεμα.

παρα(ε)θύρι (το) το παράθυρο.

παρακά πιο κάτω.

παρακατίτσα λίγο πιο κάτω.

παρακούμπαρος ο δεύτερος κουμπάρος.

παραλογάω παραληρώ.

παραλοΐζω χάνω το νου μου.

παραπανίσιος αυτός που περισσεύει.

παραπόρτι (το) βοηθητική πορτούλα, συνήθως μυστική.

παραπούλια (τα) ξεσταχιασμένα παραβλάσταρα στα λάχανα.

παρατσούκλι (το) το παρωνύμιο.

παράφθαστο αξεπέραστο.

παράωρα πέρα από την ώρα του, αργά, προχωρημένη νύχτα.

παρδαλή (η) η ποικιλόχρωμη, μεταφορικά η γυναίκα ελαφρών ηθών.

παρδαλίσανε χρησιμοποιείται για τα σταφύλια όταν αρχίζουν να μαυρίζουν (οπότε έχουν διάφορα χρώματα) και να ωριμάζουν.

παρηγοριά το έθιμο να μαζεύονται στο σπίτι του νεκρού τα τρία βράδια μετά το θάνατο, συγγενείς, φίλοι και γείτονες.

παρλιακός (ο) ο ανισόρροπος.

πάρτη το μερίδιο, ο εαυτός.

Πάσκα (το) το Πάσχα.

πασμαγούδι (το) κάτι για τη λιγούρα, "μπινελίκι"

πασπαλίζω ρίχνω λεπτή σκόνη που επικάθεται σε κάτι.

πάστα (η) το τοματοπολτός.

παστό (το) χοιρινό κρέας που διατηρείται βρασμένο και καπνισμένο μέσα σε λίπος.

παστρικιά (η) η καθαρή, μεταφορικά η γυναίκα ελαφρών ηθών.

πατάκα (η) η πατάτα.

παταλιά μεταφορά ανθρώπου που δεν μπορεί να κινηθεί, από άλλους με τα χέρια ή σε πρόχειρο φορείο.

παταλιακός (ο) ο παράλυτος.

πατατούκα (η) βαρύ μάλλινο πανωφόρι.

πάτερο (το) οριζόντιο ξύλινο δοκάρι από τον ένα τοίχο μέχρι τον άλλον που στήριζε τη στέγη του σπιτιού και από το οποίο κρεμούσαν σκόρδα, κρεμμύδια, ρόδια, κολοκύθια και φρούτα που μπορούσαν να συντηρηθούν.

πατικώνω συμπιέζω.

πατιρντί (το) φασαρία, αναστάτωση.

πατόξυλα (τα) ξύλα από κυπαρίσσι πάνω στα οποία στηριζόταν το πάτωμα.

πατουλιά (η) συστάδα από θάμνους, συνήθως σε σύμπλεγμα με βάτα.

πατσαβούρι (το) παλιό πανί για σκούπισμα, μεταφορικά ανήθικο ή αναξιοπρεπής άνθρωπος.

πάτσι η ισόποση ανταπόδοση.

πάφιλας (ο) ο τσίγκος.

πάχνη (η) η πρωινή δροσιά.

παχνί (το) το μέρος μέσα στο οποίο τρώνε τα ζώα.

πεδούκλι (το) σκοινί με το οποίο έδεναν τα πόδια του ζώου για να μην φεύγει.

πεδουκλώνουμαι μπερδεύω τα πόδια μου σε κάτι και παραπατάω ή πέφτω.

πεζούλα (η) ξερολιθιά η οποία στήριζε τα χώματα σε κατηφορικά εδάφη, φυσικό ανάχωμα.

πεζούλι (το) πέτρινο κάθισμα στον αυλόγυρο εκκλησιών.

πελεκούδα (ι) η (το) κομμάτι ξύλου που πετάγεται από το πελέκημα.

πεντάρφανος (ο) αυτός που δεν έχει κανέναν στον κόσμο.

περίδρομος (ο) το χείλος τους πιάτου, μεταφορικά η πολυφαγία (έφαγε τον περίδρομο).

περικοπά από σύντομα διαδρομή, από μονοπάτι για να αποφύγω μακρύ δρόμο ή εμπόδια.

περονιάζω διαπερνώ.

πεσκέσι (το) δώρα κυρίως φαγώσιμα.

πεσκίρι (το) πετσέτα στην οποία τοποθετούσαν το ψωμί και το σκέπαζαν μέχρι "να γίνει" και να το ρίξουν στο φούρνο.

πετιμέζι (το) παχύρρευστο υγρό που μένει μετά το πολύωρο βράσιμο του μούστου πριν αυτός υποστεί ζύμωση, διατηρείται και χρησιμοποιείται ως γλυκαντικό.

πετσάφι (το) πρόχειρο πανί, μεταφορικά ο ανήθικος και ανυπόληπτος άνθρωπος.

πετσώνω βάζω σόλα στο παπούτσι, μεταφορικά χορταίνω φαγητό.

πήδος (ο) το πήδημα.

πηνιάτα (η) πήλινη κρεμαστή χύτρα με λαιμό την οποία χρησιμοποιούσαν για να πήξουν το γιαούρτι.

πίγκωσα βούλωσε η μύτη μου.

πιέτα (η) πτυχή ή τσάκιση στα ρούχα.

πίκρα (η) μεταφορικά η στεναχώρια.

πιλάλα (η) η τρεχάλα.

πιλάλι τρέχοντας.

πιόμα (το) το πιοτό.

πίπιζα (η) πνευστό λαϊκό όργανο.

πιστρόφια η επίσκεψη της νύφης στο πατρικό της σπίτι μετά το γάμο, μετά από αυτή επιτρέπεται να πάνε και οι συγγενείς της στο σπίτι του γαμπρού.

πιτάκι (το) τα σκουλήκια που πιάνει το αλλοιωμένο τυρί.

πιταρούλια (τα) είδος κρέπας από ζυμάρι σε σχήμα μικρής πίτας που τηγανίζεται και τρώγεται ζεστή με τυρί σφέλα.

πλακοπαΐδα (η) παγίδα για μικρά πουλιά τα οποία εγκλωβίζονταν μέσα σε ταψί ή κόσκινο στο οποίο έμπαιναν για να φανεί το δόλωμα, που στηριζόταν σε μικρά ξυλαράκια και με την ανατάραξη έπεφτε.

πλακόπιτα (η) μοιάζει με κρέπα, την βουτούν σε καυτό λάδι και την πασπαλίζουν με ξερή μυτζήθρα.

πλακουτσό αυτό που είναι σαν να έχει πατηθεί με αποτέλεσμα να πλατύνει.
πλανεύω ξεγελάω.

πλαντάζω στεναχωριέμαι πολύ, σκάω από το κλάμα.

πλαστήρι (το) ξύλινη επιφάνεια που πάνω της πλάθουν το ψωμί.

πλάστης (ο) κυλινδρική ράβδος για το άνοιγμα του φύλλου που χρησιμοποιείται για δίπλες, πίτες ή χυλοπίτες.

(μ)πλατσ(ι)ουράω τσαλαβουτάω στα νερά.

πλεμόνι (το) το πνευμόνι.

πλευρά (η) η πλαγιά.

πλιάτσικο (το) η λεηλασία μετά τη μάχη, η κλεψιά.

πλιατσικολόγος (ο) αυτός που λεηλατεί, ο κλέφτης.

πλιγούρι (το) βρασμένο ψιλοκομμένο σιτάρι

πλούμι (το) το στολίδι, σχέδιο κεντητό ή ζωγραφιστό.

πλίθρα (η) χωμάτινος κύβος που χρησιμεύει για χτίσιμο, μεταφορικά το πολύ συμπαγές ψωμί.

πλύμα (το) το φαγητό των γουρουνιών, μεταφορικά το κακομαγειρεμένο νερουλό φαγητό.

ποδέματα (τα) τα παπούτσια.

ποδένω φοράω τα παπούτσια.

ποδοκόπι (το) πληρωμή για εκτέλεση εργασίας.

πόλκα (η) είδος γυναικείου ρούχου που σκεπάζει το πάνω μέρος του σώματος.

(α)πολειφάδι (το) μισολιωμένο κομμάτι σαπούνι, μεταφορικά ο αδύναμος ή ανυπόληπτος άνθρωπος.

πολυώρα προηγουμένως, πριν αρκετή ώρα.

πονοιάζουμαι υποψιάζομαι.

ποργιά (η) το πέρασμα, η είσοδος.

πορδάλα είδος μυρμηγκιού.

πόστα αυστηρή παρατήρηση, κατσάδα.

προβυζαίνω υποβοηθώ τα μικρά αρνοκάτσικα να βυζάξουν.

πορδόμυλος (ο) κωμικοτραγική κατάσταση με φωνές, αντεγκλήσεις και προπηλακισμούς.

πόστο (το) καίρια θέση.

πουλακίδα (η) η μικρή κότα.

πουμώνω σκεπάζω κάτι καλά, μεταφορικά κλείνει η μύτη μου από συνάχι.

πουντιάζω ξεπαγώνω.

πούντος πού είναι αυτός.

πούργι (το) μεγάλη κόφα που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά των σταφυλιών στον τρύγο.

πουρί(θρ)δα η σκελίδα του σκόρδου.

πουρνό (το) το πρωί.

πουρπουράω φτερουγίζω.

πρεμούρα (η) η βιασύνη να τελειώνει κάτι γρήγορα.

προβάτα (η) η προβατίνα.

προγκάου απομακρύνω με φωνές και θόρυβο τα ζώα, τρομάζω και διώχνω.

προξενήτρα (η) η γυναίκα που μεσολαβεί να γίνει ένα συνοικέσιο.

προσανάβω ανάβω τη φωτιά χρησιμοποιώντας κάτι εύφλεκτο.

προσάναμμα εύφλεκτη ύλη (μικρά ξύλα, ξεραμένοι φλοιοί, δαδί κλπ) που χρησιμοποιείται για να πάρουν φωτιά τα ξύλα.

προσηλιακό μέρος που είναι προσανατολισμένο προς τον ήλιο.

προσμπούκι (το) το κολατσιό.

προσφάι κάτι που τρώγεται μαζί με το ψωμί για να χορτάσει κάποιος.

πρόσφορο (το) ψωμί σφραγισμένο με το παναγιάρι, το οποίο προσφέρεται στην εκκλησία.

προσώρας προσωρινά.

προψές προχθές.

πυροστιά (η) μεταλλικός τρίποδας που μπαίνει πάνω στη φωτιά για να τοποθετηθεί πάνω του μαγειρικό σκεύος.

πυρώνω ζεσταίνω.

πυτιά (η) το πρώτο γάλα του προβάτου που χρησιμοποιείται για να πήξει το τυρί, μαγιά για πήξιμο του τυριού.

Ρ

ραμολί (το) ο ηλικιωμένος άνθρωπος που τα έχει χάσει.

ραχάτι η αργία, η ξάπλα, με την ησυχία μου (με το ραχάτι μου).

ρεγάλο (το) το φιλοδώρημα.

ρέγουλα (η) ο ρυθμός, το μέτρο.

ρέμα (το) μικρό ποτάμι.

ρέμπελος αυτός που ζει χωρίς να ασχολείται με κάτι, αυτός που περιφέρεται άσκοπα και τεμπελεύει.

ρεμπεσκές ο τεμπέλης, ο αχαΐρευτος.

ρεντίκολο ο καταγέλαστος άνθρωπος.

ρέντος (ο) το ράντισμα του αμπελιού.

ρεπετσέλα (η) το καχεκτικό ζώο, μεταφορικά ο ζαρωμένος άνθρωπος.

ρεύω αδυνατίζω, εξαντλούμαι, εξαντλώ κάποιον.

ρέχτης (ο) το σημείο που τρέχουν τα νερά από τα κεραμίδια.

ρημαδιό τα ερείπια.

ριζάφτι (το) η ρίζα του αφτιού.

ριζικό (το) η μοίρα.

ροβολάω κατηφορίζω.

ρόγα (η) η θηλή, η τροφή, μεταφορικά ο μισθός.

ρόγιασα βρήκα ένα σημείο για να ζήσω.

ρογός (ο) ο αχυρώνας.

ροΐ (το) το λαδικό.

ρόιδο (το) το ρόδι.

ρούγα (η) η γειτονιά.

ρουμάνι έκταση (συνήθως δασώδης) με πυκνή βλάστηση

ρούντζα (η) ο θυμός, η κατήφεια, το μούτρωμα.

ρουπώνω γεμίζουν οι πόροι με υγρό, μεταφορικά χορταίνω.

ρουτζώνω θυμώνω, ρίχνω μούρη.

ρούσος (ο) άνθρωπος με κοκκινωπά μαλλιά ή ζώα με κοκκινωπό τρίχωμα.

Σ

σάβανο (το) το ύφασμα που τυλίγουν το νεκρό.

σαβουρώνω μαζεύω, κλέβω, τρώω πολύ.

σαγάνι (το) το πιάτο.

σαγιάζουμαι φοράω βαριά ρούχα.

σαϊκώνω δένω γερά.

σάισμα (το) υφαντό στρώμα από τραγόμαλλο.

σαμάρι ξύλινο κατασκεύασμα για την πλάτη ζώων που μεταφέρουν ανθρώπους και αντικείμενα.

σαρακατράβαλος (ο) ο κουτσός, ειρωνικός χαρακτηρισμός για τον ανάπηρο άνθρωπο.

σακούλι (το) μικρός μάλλινος σάκος για πολλές χρήσεις.

σαλαγάου απομακρύνω με φωνές.

σαλαμούρα (η) η άρμη.

σάματι μήπως.

σαμαροπαΐδα (η) η ξύλινη σανίδα στα πλαϊνά του σαμαριού, μεταφορικά η αδύνατη γυναίκα.

σαράβαλο (το) το παλιό, το διαλυμένο.

σαρίδι (το) το σκουπίδι, μεταφορικά ο ανυπόληπτος άνθρωπος.

σάρωμα (το) το σκούπισμα, η χειροποίητη σκούπα.

σαρωματίνα (η) η πρόχειρη σκούπα, συνήθως από αφάνα.

σάψαλο (το) το ετοιμόρροπο, μεταφορικά το σακατεμένο, ο εξασθενημένος άνθρωπος.

σβάρνα (η) το εργαλείο με το οποίο στρώνουν το οργωμένο χωράφι.

σβε(ι)λάδα (η) η τρέλα.

σβερκώνω πιάνω από το σβέρκο και εξουδετερώνω κάποιον.

σβουνιά (Η) ξερή κοπριά ζώου, κυρίως μοσχαριών.

σγαρλάου ανακατεύω ελαφρά το χώμα.

σγόρτσα (η) η βρώμα που καλύπτει κυρίως τα σημεία των κλειδώσεων του σώματος αλλά και το σβέρκο.

σγούμπα (η) η καμπούρα.

σγουριά (η) η σκουριά.

σγούφτω σκύβω.

σγρουμπούλι (το) το λίπωμα, το συσσωματωμένο αλεύρι που δεν έχει διαλυθεί στο νερό, μικρός όγκος σε σούπα.

σεβντάς (ο) το ερωτικό πάθος.

σειριά (η) το σόι, η οικογένεια με την έννοια του "δέντρου"

σεκλέτι (το) η στεναχώρια.

σέκος ξερός, αναίσθητος, εμβρόντητος.

σέλα (η) το κάθισμα στη ράχη του αλόγου.

σελέμης (ο) ο λαίμαργος, αυτός που θα θέλει όλα και επιχειρεί να τα αποκτήσει με κάθε τρόπο.

σεληνιασμός η επιληψία.

σέμπρος (ο) ο συνεταίρος κυρίως στις γεωργικές εργασίες.

σεντούκι (το) μπαούλο όπου φυλάσσονται πολύτιμα αντικείμενα, κοσμήματα ή χρήματα.

σεργιάνι (το) ο περίπατος.

σεργούνι ο εξευτελισμός.

σερνικό (το) το αρσενικό.

σερνικοβότανο (το) βότανο που παίρνουν τους σπόρους του και τους βράζουν για να το πιει αυτή που θέλει να κάνει αρσενικά παιδιά

σημείο (το) κάτι το σημαδιακό που είναι παράξενο ή αφύσικο.

σιαδώ/σιακεί προς τα εδώ ή από εδώ/προς τα κάτω ή από εκεί

σιάξε τακτοποίησε.

σιαπάν’ προς τα επάνω

σιαπέρα προς τα πέρα.

σιγουρεύω κρύβω.

σιδεροστιά (η) μεταλλικός τρίποδας πάνω στον οποίο τοποθετούσαν μαγειρικά σκεύη ή το καζάνι και από κάτω έβαζαν φωτιά για να βράσει.

σιλαρώνω ηρεμώ, εξημερώνω όταν πρόκειται για κάτι το άγριο.

σιμαμίδι (το) μικρή οικιακή σαύρα.

σιμπάω ανακατεύω ξύλα και κάρβουνα για να δυναμώσω τη φωτιά.

σιουράω σφυρίζω.

σιούτα η γίδα χωρίς κέρατα.

σκάλος (ο) το σκάλισμα.

σκαλούνι (το) το σκαλοπάτι.

σκάλτσα (η) η κάλτσα

σκαμπίλι (το) το χτύπημα με την παλάμη στο μάγουλο.

σκαπετάου τρέχοντας απομακρύνομαι γρήγορα.

σκαπουλάρω διαφεύγω τον κίνδυνο.

σκαρίζω εμφανίζομαι.

σκατοψύχια (τα) οι κατάρες ή τα αναθέματα κατά ανθρώπων που δεν ζουν.

σκατόψυχος (ο) ο κολασμένος.

σκαρφίζουμαι επινοώ.

σκασίλα (η) η στεναχώρια σαρκαστικά.

σκαφίδι (το) η σκάφη στην οποία αναπιάνεται και ζυμώνεται το ψωμί.

σκερβελές (ο) ο ανεπρόκοπος άνθρωπος.

σκιάζουμαι τρομάζω.

σκιάχτρο (το) ανθρώπινο ομοίωμα που τοποθετείται στα χωράφια για να μην πλησιάζουν τα πουλιά και τα ζώα, μεταφορικά ο άσχημος άνθρωπος.

σκίζα (η) κομμάτι ξύλου που προέρχεται από τεμαχισμό (σκίσιμο) μεγαλύτερου.

σκλέπα (η) η επιδημία.

σκλήθρα (η) ελάχιστο κομμάτι ξύλου, μικρό σκουπίδι.

σκοντάφτω χτυπάω το πόδι μου σε εμπόδιο κατά την κίνησή μου, μεταφορικά συναντώ δυσκολίες στην προσπάθεια να κάνω κάτι.

σκόντο η έκπτωση στην τιμή.

σκορδοκαΐλα (μου) ένδειξη έλλειψης ενδιαφέροντος για κάτι συγκεκριμένο.

σκοτούρα (η) ζάλη, μεταφορικά το πρόβλημα.

σκούζω φωνάζω δυνατά, ουρλιάζω από πόνο και θλίψη συνήθως.

σκουληκαντέρα (η) μακρύ σκουλήκι.

σκουντουφλάω σκοντάφτω.

σκουράντζος (ο) η παστή ρέγκα, μεταφορικά η γραβάτα και ο αδύνατος άνθρωπος.

σκουρδουμπουλάου κυλιέμαι συνήθως ως αποτέλεσμα του πόνου.

σκούρκος (ο) έντομο σαν μεγάλη σφήκα επιθετικό και δηλητηριώδες πολλές φορές, μεταφορικά αυτός που πέφτει πάνω σε κάτι ανυποχώρητα και επιφέρει ασύμμετρα χτυπήματα.

σκουτί (το) το ρούχο, μεταφορικά ο ανήθικος άνθρωπος.

σκράπας (ο) ο κακός μαθητής.

σκρόφα (η) ξεγεννημένη γουρούνα, μεταφορικά παλιογυναίκα,

σμίξιμο (το) η ένωση.

σμπαράλια η βίαιη διάλυση ενός αντικειμένου.

σοκιάζω χτυπώ κάποιον δυνατά μέχρι να πέσει στο έδαφος.

σοϊλίτικος (ο) αυτός που προέρχεται από καλό σόι.

σοκάκι (το) ο στενός δρόμος.

σουβή (η) η συμφορά, το μεγάλο κακό.

σούδα (η) το στενό πέρασμα.

σούγελο (το) ο σωλήνας στον οποίο φθάνει το νερό από τα κεραμίδια για να καταλήξει στο έδαφος.

σουλατσάρω κάνω βόλτες.

σουλούπι (το) η εμφάνιση.

σουραύλι πνευστό μουσικό όργανο, μεταφορικά το κυλινδρικό και μακρόστενο.

σουρουκλεμές (ο) ο ψηλός και αδύνατος άνδρας.

σούρμα (το) το στενό πέρασμα.

σούρτης (ο) το σίδερο που συρόμενο ασφαλίζει την πόρτα, μεταφορικά αυτός που παρασύρει κάποιον.

σούσουρο (το) η συζήτηση με την κακή έννοια, ο διασυρμός.

σουγλί (το) το σουβλί.

σοφράς (ο) το χαμηλό τραπέζι.

σπερνά (τα) τα κόλλυβα.

σπολάτι κατόπιν εορτής.

σποράγκλα (η) η ευκοίλια στα ζώα.

σπορίζω ρίχνω σπόρους αραιά, μεταφορικά σκορπίζω.

σταθιμός (ο) ο σταθμός.

στάκα περίμενε.

σταλίζω ξεκουράζομαι το μεσημέρι σε σκιά, οδηγώ τα πρόβατα σε σκιά.

στάμνα (η) πήλινο δοχείο στο οποίο τοποθετούσαν τρόφιμα προς συντήρηση, πήλινο δοχείο μεταφοράς νερού.

σταύρωμα (το) το σημείο που διακλαδίζονται οι κορμοί των δέντρων.

στειλιάρι (το) μακρύ ξύλο, ρόπαλο, μεταφορικά ο ξυλοδαρμός.

στέρνα (η) η δεξαμενή νερού.

στερνός (ο) ο τελευταίος.

στέρφος (ο) ο στείρος, ο άτεκνος.

στεφανοχάρτι (το) η άδεια γάμου.

στοιχειό (το) κακό δαιμόνιο, άγριος άνθρωπος που προκαλεί φόβο.

στούμπος (ο) στρογγυλή πέτρα που κοπανάνε το αλάτι, κόπανος, μεταφορικά ο κακός μαθητής.

στουρνάρι (το) είδος σκληρής πέτρας κόκκινου χρώματος που χρησιμοποιείται στην οδοποιία, μεταφορικά ο αγράμματος άνθρωπος.

στραβαρίδης (ο) ο άνθρωπος με στραβά πόδια.

στραβέγκλω (η) η μισόστραβη.

στραβόξυλο (το) ο ανάποδος άνθρωπος.

στραπατσάρω προκαλώ σοβαρή ζημιά ή καταστρέφω κάτι.

στράτα (η) μικρό και στενό δρομάκι, το περπάτημα του μικρού παιδιού.

στρατόνι (το) επίμηκες κομμάτι αμπελιού.

στράφι άδικα, ανώφελα.

στρεκλάου περπατώ παραπατώντας ζαλισμένος ή μεθυσμένος.

στριγγλιάτα (η) το φρεσκοπηγμένο τυρί.

στρίγγλος (ο) ο κακός και δύστροπος άνθρωπος.

στρινιάζω δυσανασχετώ.

στρούγγα (η) περιφραγμένος χώρος στον οποίο άρμεγαν ζώα.

στροφιάζουμαι πέφτω για ύπνο.

σφαλάγγι (το) η αράχνη.

συγκέσιο (το) το συνοικέσιο.

συγκυλιέμαι παλεύω και κυλιέμαι με κάποιον στο χώμα.

συγυράου τακτοποιώ

συμμαζωτάρι (το) υβριστική έκφραση για τον ξένο που έχει εγκατασταθεί κάπου.

συμπράγκαλα (τα) πολλά αντικείμενα μαζί.

συνερίζουμαι φιλονικώ.

σύξυλος άναυδος.

συχαρίκια (τα) το φιλοδώρημα που δίνεται σε αυτόν που φέρνει καλή είδηση, η αναγγελία του ονόματος του παιδιού που βαφτιζόταν στη μητέρα του.

συχώριο (το) κομμάτι ψωμιού που μοιράζεται στα μνημόσυνα.

σφάρδακλας (ο) ο βάτραχος.

σφαχτό (το) το προς σφαγή ζώο.

σφουγκάου σκουπίζω.

σώγαμπρος (ο) ο γαμπρός που συγκατοικεί με τα πεθερικά του.

σωθικά (τα) τα σπλάχνα.

σώνω σώζω, τελειώνω κάτι.

σωρώνω τοποθετώ σε σωρό.



στουρνάρι (το) είδος σκληρής πέτρας κόκκινου χρώματος που χρησιμοποιείται στην οδοποιία, μεταφορικά ο αγράμματος άνθρωπος.

στραβαρίδης (ο) ο άνθρωπος με στραβά πόδια.

στραβέγκλω (η) η μισόστραβη.

στραβόξυλο (το) ο ανάποδος άνθρωπος.

στραπατσάρω προκαλώ σοβαρή ζημιά ή καταστρέφω κάτι.

στράτα (η) μικρό και στενό δρομάκι, το περπάτημα του μικρού παιδιού.

στρατόνι (το) επίμηκες κομμάτι αμπελιού.

στράφι άδικα, ανώφελα.

στρεκλάου περπατώ παραπατώντας ζαλισμένος ή μεθυσμένος.

στριγγλιάτα (η) το φρεσκοπηγμένο τυρί.

στρίγγλος (ο) ο κακός και δύστροπος άνθρωπος.

στρινιάζω δυσανασχετώ.

στρούγγα (η) περιφραγμένος χώρος στον οποίο άρμεγαν ζώα.

στροφιάζουμαι πέφτω για ύπνο.

σφαλάγγι (το) η αράχνη.

συγκέσιο (το) το συνοικέσιο.

συγκυλιέμαι παλεύω και κυλιέμαι με κάποιον στο χώμα.

συγυράου τακτοποιώ

συμμαζωτάρι (το) υβριστική έκφραση για τον ξένο που έχει εγκατασταθεί κάπου.

συμπράγκαλα (τα) πολλά αντικείμενα μαζί.

συνερίζουμαι φιλονικώ.

σύξυλος άναυδος.

συχαρίκια (τα) το φιλοδώρημα που δίνεται σε αυτόν που φέρνει καλή είδηση, η αναγγελία του ονόματος του παιδιού που βαφτιζόταν στη μητέρα του.

συχώριο (το) κομμάτι ψωμιού που μοιράζεται στα μνημόσυνα.

σφάρδακλας (ο) ο βάτραχος.

σφαχτό (το) το προς σφαγή ζώο.

σφουγκάου σκουπίζω.

σώγαμπρος (ο) ο γαμπρός που συγκατοικεί με τα πεθερικά του.

σωθικά (τα) τα σπλάχνα.

σώνω / σώζω τελειώνω κάτι.

σωρώνω τοποθετώ σε σωρό.



Τ

τάβλα (η) σανίδα, τραπέζι φαγητού.

ταβούλι (το) μουσικό όργανο, μεταφορικά το πρήξιμο.

ταή (η) το φαγητό.

ταμάμ ακριβώς.

ταμαχιάρης (ο) ο πλεονέκτης, ο δουλευταράς.

ταμπάνι (το) η αυστηρή επίπληξη.

ταμπάρο (το) το πρήξιμο.

ταμπλάς (ο) το εγκεφαλικό.

τανιέμαι σφίγγομαι

ταπίστομα ανάποδα, μπρούμυτα.

ταρακουνάω ταράζω δυνατά.

ταρναριστά λικνιστά, ταλαντευτά.

τάχα μήπως.

ταχιά αύριο.

τέζα το τέντωμα με μεταφορικές έννοιες "έπεσε τέζα" (πέθανε) την έκανε τέζα (έσκασε στο φαγητό).

τεμπελοχανάς (ο) ο τεμπέλης.

τέμπλα (η) μακρύ και λεπτό ραβδί με το οποίο τινάζουμε τις ελιές.

τέντα ανοιχτά όλα.

τέντζερης (ο) χάλκινη κατσαρόλα για μαγείρεμα.

τετοιώνω ρήμα χωρίς έννοια και συγχρόνως με πολλές αλλά απροσδιόριστες, υποδηλώνει αμηχανία ή ντροπή να εκφράσουμε μια ενέργεια.

τετραπέρατος (ο) ο πανέξυπνος.

τεψί (το) το ταψί.

τζαμιλίκι (το) το τζάμι.

τζαναμπέτης (ο) ο κακότροπος.

τζάντζαλο (το) ελαφρό και ευτελές ρούχο.

τζερεμές (ο) ο δύστροπος.

τζερεμετάου προκαλώ άδικη ζημιά.

τζιγέρια (τα) τα εντόσθια των αρνοκάτσικων που μαγειρεύονται.

τζοβαΐρι (το) το στολίδι.

τζόνι (το) το σπουργίτι.

τυλώνομαι χορταίνω.

τήρα κοίτα.

τίγκα γεμάτο σε σημείο ώστε να μην χωράει τίποτε άλλο.

τολάιστον τουλάχιστον.

τομάρι (το) δέρμα ζώου, μεταφορικά ο κακός άνθρωπος.

τορός (ο) ίχνη από πατημασιές ανθρώπων ή ζώων.

τουλούμι (το) το ασκί, μεταφορικά η μεγάλη βροχή ή το πολύ ξύλο.

τουλουπάνι (το) γυναικείο κεφαλομάντιλο.

τούμπα (η) μικρό εξόγκωμα του εδάφους, το γύρισμα ανάποδα.

τουμπάου(ω) κουτουλάω.

τουράκι (το) το πέτρινο πεζούλι στους δημόσιους χώρους.

τούρλα (η) η καμπυλωτή κορυφή λόφου ή βουνού, μεταφορικά η κορύφωση.

τουρλώνω παρουσιάζω κάτι φουσκωμένο.

τουρλόκωλα μπρούμυτα με τεντωμένο τον πισινό.

τόφαλος (ο) μεταφορικά ο ογκώδης, δυνατός.

τρα κει κοίταξε εκεί.

τράβα (η) καδρόνι της στέγης.

τραβολογάω τραβάω κάποιον χωρίς να το θέλει.

τραΐ (το) ο τράγος.

τραμουζάνα (η) μεγάλο γυάλινο μπουκάλι με επένδυση που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά ή αποθήκευση υγρών.

τρανός (ο) ο σπουδαίος.

τρατάρω κερνάω.

τράτο (το) το περιθώριο.

τραχανοχάφτης (ο) αυτός που τρώει λαίμαργα το κάθε τι.

τρεκλάου περπατώ παραπατώντας, ασταθώς.

τρεμοκουκουρίζω τρέμω πολύ από το κρύο.

τριβέλι (το) το τρυπάνι.

τριβελίζω ενοχλώ κάποιον ακουστικά.

τριβόλι (το) αγκαθωτός σπόρος.

τριδόνες (οι) η ανησυχία.

τρικέρης (ο) ο σατανάς.

τρίμματα (τα) τα ψίχουλα.

τρισκατάρατος (ο) ο καταραμένος, ο διάβολος.

τριχιά (η) σκοινί από τρίχες.

τριψάνα (η) φαγητό με νερό, ξίδι, λάδι και τριμμένο ψωμί.

τροκάνι (το) το κουδούνι που κρεμούν στο λαιμό των αιγοπροβάτων.

τράμπα (η) η ανταλλαγή σε είδος.

τρουπώνω χώνομαι σε κάποιο μικρό χώρο, κρύβομαι.

τρουχάου(ω) τροχίζω.

τροχάλα (η) μικρή πέτρα ακανόνιστου σχήματος.

τσακάου τσακίζω, σπάζω κάτι με χτύπημα ή βίαιη κίνηση.

τσακίδι (άει) φύγε, χάσου.

τσακουμάκι (το) αναπτήρας με πέτρα και φιτίλι.

τσακώνω πιάνω γερά, συλλαμβάνω.

τσαλαβουτάω πατάω απρόσεκτα στα νερά.

τσαλαπατάω πατάω άτσαλα, καταστρέφω κάτι πολύτιμο.

τσαλαφός (ο) ο μισότρελος.

τσαμπουνάω φλυαρώ διαρκώς για το ίδιο πράγμα.

τσάμπουρο (το) ο σκελετός του σταφυλιού όπως μένει όταν παίρνουμε τις ρώγες.

τσαμπουρολογάω μαζεύω μικρές ποσότητες.

τσανάκα (η) η καρδάρα.

τσανακογλείφτης (ο) ο κόλακας.

τσαντίλα (η) πάνα για το στράγγισμα του τυριού, υφασμάτινο χοντρό σακί στο οποίο έμπαιναν και πιέζονταν για έκθλιψη οι ελιές, μεταφορικά η κατάσταση εκνευρισμού.

τσαπέλα (η) ξερά σύκα περασμένα σε βούρλο.

τσαπερδόνα (η) η πανέξυπνη νεαρή γυναίκα.

τσαρούχι (το) το παπούτσι των χωρικών από δέρμα που καταλήγει σε φούντα.

τσατάλια (τα) τα μυτερά άκρα διχάλας, κάθε προεξοχή με πολλές απολήξεις.

τσατουμάς (ο) μεσοτοιχία με καλάμι και πηλό.

τσάχαλο (το) μικρό σκουπιδάκι.

τσέλιγκας (ο) ο αρχιβοσκός.

τσεμπέρι (το) γυναικείο κεφαλομάντιλο.

τσέπι (το) το κέρατο.

τσερβέλο (το) το κεφάλι, το μυαλό.

τσιγκάκι (το) το τσίγκινο πώμα φιαλών ποτών ή αναψυκτικών.

τσιγκλάω πειράζω, σπρώχνω ελαφρά.

τσιγκλί (το) αιχμηρό εργαλείο με το οποίο καρφώνουν και κόβουν τα φραγκόσυκα.

τσικάου τσουγκρίζω τα ποτήρια.

τσιλάγρα (η) καυτή σταγόνα νερού ή λαδιού που πετάγεται όταν το φαγητό βράζει σε υψηλή θερμοκρασία.

τσίλικος (ο) ο όμορφος, αυτός με το γυαλιστερό δέρμα.

τσινάου κλοτσάω.

τσίνουρα (τα) τα βλέφαρα.

τσοκανάω χτυπάω με πέτρα, μεταφορικά κάθε σκληρό χτύπημα σωματικό ή λεκτικό.

τσουράπι (το) η κάλτσα.

τσιράκι (το) αυτός που κάνει υποτακτικά ό,τι του λέει κάποιος άλλος.

τσιτσίδι ολόγυμνος.

τσίτσα (η) μικρό ξύλινο δοχείο για κρασί.

τσιτώνω τεντώνω, στριμώχνω.

τσίφτης (ο) ο καλός χαρακτήρας.

τσότρα (η) το ξύλινο παγούρι.

τσουκάλι (το) πήλινο δοχείο μαγειρέματος.

τσουκλώνω στριμώχνω στη γωνία.

τσουλούφι (το) φούντα από τρίχες.

τσουλουφρίζω καίω ελαφρά τις άκρες των μαλλιών.

τσουλώνω σηκώνω όρθια τα αυτιά μου.

τσουμπλέκια (τα) πολλά και διαφορετικά οικιακά είδη.

τσουπώνω προσπαθώ σπρώχνοντας να χωρέσουν όσο γίνεται περισσότερα σε ένα χώρο, μεταφορικά η προσπάθεια να ταΐσω πολύ κάποιον.

τσούρμο (το) πολλοί άνθρωποι μαζί και ασύντακτα.

τσουτσουρώνομαι παίρνω δυνάμεις, αγριεύω και ετοιμάζομαι να επιτεθώ σε κάποιον.

τσόλι (το) το κουρέλι, το ευτελές ύφασμα, μεταφορικά ο ανυπόληπτος άνθρωπος.

τσόφλι (το) το περίβλημα του αυγού ή του καρπού.

τσουρούτικο το κοντό σε μήκος προκειμένου για ρούχο.

τύκλωσε γέμιζε ο τόπος με καπνό.

τυλώνομαι χορταίνω.

τυροκομάου (ω): πήζω τυρί



Υ

ύψωμα (το) κομμάτι ψωμιού από την επιφάνεια του πρόσφορου, το οποίο κόβει ο παπάς σε αντίδωρα.



Φ

φαγανιάρης (ο) αυτός που τρώει πολύ.

φαγουλιάρικα (τα) τα σταφύλια που προορίζονται για επιτραπέζια χρήση.

φακιόλι (το) η πετσέτα του φαγητού.

φακλάνα (η) κακόφημη γυναίκα, η γυναίκα με πρόστυχο παρουσιαστικό, η γυναίκα με έντονες καμπύλες

φαλτσέτα (η) πολύ κοφτερό μαχαίρι με κυρτή λεπίδα με το οποίο χαράκωναν τη σταφίδα.

φανάρι (το) συσκευή φωτισμού, αλλά και έπιπλο από λαμαρίνα ή ξύλο ως πλαίσιο και λεπτό συρμάτινο πλέγμα για να παίρνει αέρα αλλά να μην μπαίνουν έντομα, στο οποίο φυλάσσονταν τρόφιμα.

φανερώματα (τα) η ανακοίνωση ευχάριστου γεγονότος, συνήθως συνοικεσίου, προς τους συγγενείς των δύο οικογενειών, το οποίο συνήθως γινόταν σε τελετή.

φαρμακίλα (η) η πίκρα.

φαρμακώνω δηλητηριάζω.

φαρσί άπταιστα και μεταφορικά γρήγορη ομιλία.

φέγγος (το) η λάμψη.

φεγγίζω αδυνατίζω πολύ, τόσο ώστε μεταφορικά με περνά το φως.

φεγγίτης (ο) μικρό παραθυράκι που επιτρέπει να περνάει λίγο φως.

φελάει ωφελεί.

φελί (το) ολόκληρο κομμάτι παστωμένου βακαλάου.

φέρμελη (η) γελέκο κεντημένο.

φέρτσα (η) λωρίδα χωρίς το δέρμα, μόνο με το λίπος του χοιρινού.

φηκάρι (το) η θήκη, μεταφορικά το πολύ στενό ρούχο.

φιδοπουκάμισο (το) το δέρμα του φιδιού που αποβάλλει κάθε χρόνο.

φιλεύω προσφέρω με αγάπη.

φιράδα (η) η σχισμή, η χαραμάδα.

φιρί φιρί γύρω-γύρω, κυρίως προκλητικά.

φιτιλιά (η) η υποκίνηση σε τσακωμό.

φκιασίδι (το) τα υλικά περιποίησης προσώπου γυναικών, τα στολίδια.

φλάμπουρο (το) η πολεμική σημαία.

φλέντζα (η) λεπτή φέτα από κάτι που τρώγεται.

φλέσουρα (τα) λεπτά σαρίδια, σκουπίδια συνήθως φυτικής προέλευσης.

φλόμος (ο) βολβός ή χόρτο που έτριβαν και έριχναν στο ποτάμι για να ζαλίζονται τα ψάρια και να τα πιάνουν.

φλομώνω ρίχνω φλόμο στο ποτάμι, έχω ζαλιστεί από τον πολύ καπνό ή την πολλή δουλειά.

φορτσάτος (ο) ο βιαστικός.

φόρτωμα (το) φορτίο ζώου με ένα σακί από την κάθε πλευρά, μεταφορικά ο τρόπος μέτρησης της ποσότητας των μεταφερόμενων αγροτικών προϊόντων με βάση τον εμπειρικό υπολογισμό για τη χωρητικότητα των μέσων που χρησιμοποιούσαν.

φορτωτήρα (η): διχαλωτό ξύλο που χρησιμεύει για το φόρτωμα των ζώων.

φορτωτριχιά (η): το τυλιγμένο σχοινί που κρέμεται μόνιμα στο σαμάρι και χρησιμεύει για το φόρτωμα.

φούγα (η) η έντονη διάθεση για κάτι.

φουμίζω ομορφαίνω.

φούρκα (η) ξύλινος διχαλωτός πάσσαλος, μεταφορικά και η κρεμάλα ή ο θυμός.

φουρκάδα (η) ξύλινο υποστήριγμα για φυτά.

φουρκαδιάζω τοποθετώ φουρκάδες στα φυτά.

φουρκίζω προκαλώ θυμό.

φουρκισμένος (ο) ο θυμωμένος.

φούρλα (η) η στροφή κάποιου γύρω από τον εαυτό του στο χορό.



φουρλέτσι πάνω-κάτω και γρήγορα.

φουρφουράω κάνω θόρυβο, χτυπώ.

φούσκα (η) η ουροδόχος κύστη.

φουσκί (το) η κοπριά των ζώων, μεταφορικά το ασήμαντο.

φουσκοδεντριά (η) ο κατάλληλος καιρός την άνοιξη που ανοίγουν τα μάτια των δέντρων.

φούσκος (ο) το χαστούκι, η άσχημη πτώση στο έδαφος με το πρόσωπο προς τα κάτω, το φουσκωμένο σύκο.

φράχτης (ο) φυσική συνήθως περίφραξη κτήματος.

φρόκαλο (το) σκουπίδι, πολύ άσχημη γυναίκα.

φρύξα (η) μπαγιάτικο ψωμί φρυγανισμένο.

φτενός (ο) ο λεπτός.

φτούνα φτου αυτά εκεί.

φτούνος αυτός.

φτούριος (ο) ο χορταστικός.

φυγιό (το) ξαφνική κακοκαιρία με πολύ κρύο, το μέρος που το παίρνει από παντού ο άνεμος.

φυντάνι (το) νεαρό φυτό που μεταφυτεύεται, μεταφορικά παιδί με την έννοια του απόγονου κάποιου.

φώλος (ο) το αυγό που βάζουν στη φωλιά για να γεννήσει η κότα.

φωτίκια (τα) τα βαφτιστικά ρούχα.

φωτογωνιά (η) η εστία στο σπίτι, το μέρος όπου ανάβουν τη φωτιά.



Χ

χαβάς (ο) σκοπός τραγουδιού, μεταφορικά κάτι που επαναλαμβάνεται διαρκώς.

χαβάνι (το) το ορειχάλκινο γουδί.

χαβιά (η) χαλινάρι που τοποθετούσαν στα κάτω σαγόνια για να τιθασεύσουν τα άλογα.

χαβώνω εξαπατώ

χαγιάτι (το) η βεράντα.

χαϊβάνι (το) το ζώον, μεταφορικά ο χαζός άνθρωπος.

χαϊλωμένος (ο) χαζός

χαιρετούρα (η) η επίσκεψη στις ονομαστικές γιορτές, μεταφορικά όταν κάποιος χαιρετάει πολλούς ανθρώπους διαδοχικά με χειραψία.

χαϊμάρα (η) η μεγάλη καταστροφή, η αίσθηση ότι χάνω τον κόσμο.

χαΐρι (το) η προκοπή.

χαλάω σκοτώνω.

χαλές (ο) το αποχωρητήριο, ο ύπουλος άνθρωπος.

χαλεύω γυρεύω.

χάλιακας (ο) ο βλάκας.

χαλιάς πετρώδες έδαφος.

χαλκός (ο) η γαλαζόπετρα.

χαλκιάς (ο) ο σιδηρουργός.

χαλκώματα (τα) τα χάλκινα σκεύη.

χαλκωματένιος (ο) ο κατασκευασμένος από χαλκό.

χαμοκέλα (η) χαμηλό σπίτι ή καλύβι ευτελούς αξίας στο οποίο πολλές φορές στάβλιζαν ζώα.

χαμολόι (το) το μάζεμα των ελιών που έχουν πέσει κάτω.

χαμόσπιτο (το) μικρό ισόγειο κτίσμα που χρησιμεύει συνήθως για κατοικία.

χάμου κάτω.

χάμουρα (τα) τα χαλινάρια.

χαμούρι (το) ο πολτός της ελιάς στο ελαιοτριβείο.

χαμπέρι (το) η αναγγελία, η είδηση.

χαμπαρίζω υπολογίζω.

χαμπηλά χαμηλά.

χάνι (το) το πανδοχείο.

χανταβουλιάζομαι χάνομαι.

χαντρολέμι (το) κολιέ.

χαράκι (το) η αφαίρεση κομματιού από το φλοιό στον κορμό του κλήματος.

χαραμάδα (η) η σχισμή.

χαράμι άδικα.

χαραμοφάης (ο) αυτός που τρώει τσάμπα ή πληρώνεται χωρίς να προσφέρει.

χαρανί (το) καζάνι.

χαραυγή (η) το γλυκοχάραμα.

χαράπατο (το) το ετοιμόρροπο.

χάρβαλο (το) το ετοιμόρροπο.

χαρβαλεύω ψαχουλεύω θορυβωδώς.

χάση (η) το χάσιμο του φεγγαριού.

χάσκω έχω το στόμα ανοιχτό και γελάω συνήθως χωρίς λόγο, μεταφορικά αυτό που έχει σκιστεί ή ανοίξει στα ρούχα, στους τοίχους, στο έδαφος και γενικά σε κάθε συμπαγές αντικείμενο.

χασκογελάω γελάω χαζά χωρίς λόγο.

χασομέρι (το) η αργοπορία.

χαψιά (η) η μπουκιά.

χαΐρι (το) η προκοπή.

χαύω καταβροχθίζω, μεταφορικά πιστεύω ένα ψέμα.

χεριά (η) ποσότητα όσο πιάνει ένα χέρι.

χέρσος (ο) ο ακαλλιέργητος τόπος.

χερικό (το) το αναφερόμενο στο χέρι (όπως στο ποδαρικό).

χιόνα (η) λευκή, ονομασία συνήθως για τις άσπρες γίδες.

χιονίστρα (η) φλεγμονή του δέρματος μετά την έκθεση σε κρύο, η αρχική μορφή κρυοπαγημάτων.

χλαπακιάζω τρώω γρήγορα και χωρίς να μασάω.

χλαπάτσα (η) πηχτό φλέμα, η ασθένεια των γιδοπροβάτων.

χλαπουτάω τρώω με λαιμαργία.

χλιαίνω ζεσταίνω.

χλιμιντρίζω ο ήχος που βγάζει το άλογο, μεταφορικά μιλάω χωρίς να καταλαβαίνει κανένας τι θέλω να πω.

χόβολη (η) η θράκα, τα αναμμένα κάρβουνα.

χορήγι (το) ασβέστης.

χουγιάζω αποδοκιμάζω δυνατά, διώχνω κάποιον με φωνές.

χουλιάρι (το) το κουτάλι.

χουνέρι (το) το πάθημα, το καψώνι.

χούνη (η) μικρό φαράγγι.

χούφταλο (το) ο πολύ γέρος και ξεμωραμένος.

χουχλάζει βράζει.

χούχλος (ο) βρασμός.

χουχουλιέμαι κλαίω με αναφιλητά.

χρέπι (το) κάτι που είναι έτοιμο να διαλυθεί.

χρίζω αλείφω την επιφάνεια του αλωνιού με κοπριά για να ξεραθεί πριν το άπλωμα της σταφίδας, μεταφορικά τρώω κάτι και γεμίζω το πρόσωπο με λάδια και τροφές, λερώνω κάτι.

χρονιάρα (η) εορτή (χρονιάρα ημέρα).

χρυσή (η) ο ίκτερος.

χτικιό (το) η φυματίωση.

χτικιάρης (ο) ο φυματικός, μεταφορικά ο πολύ αδύνατος και ασθενικός.

χυλός (ο) πρόχειρο φαγητό από αλεύρι καλαμποκιού, λάδι, αλάτι και νερό.

χωρατό (το) το αστείο.

χωματουλιά (η) χωματίλα, μυρωδιά του χώματος.



Ψ

ψαλίδια (τα) τα ξύλα της στέγης.

ψάνη (η) ο καρπός του σιταριού όταν "ψωμώνει" και μπορεί να φαγωθεί, πριν όμως κιτρινίσει και σκληρύνει.

ψαρής (ο) το άσπρο άλογο, μεταφορικά ο ασπρομάλλης άνθρωπος.

ψαροκασέλα (η) ξύλινο φαρδύ και ρηχό κιβώτιο στο οποίο τοποθετούσαν ψάρια, μεταφορικά η άσχημη και αδύνατη γυναίκα.

ψαχνίδα (η) η πιτυρίδα.

ψιχάλα (η) η σιγανή βροχή.

ψουμάρνι (το) το όψιμο αρνί.

ψυχοβγάλτης (ο) ο κουραστικός άνθρωπος που σου βγάζει την ψυχή για να κάνει κάτι.

ψυχοκέρι (το) το κερί που ανάβουν στους πεθαμένους.

ψυχογιός (ο) αγόρι ξένο συνήθως ορφανό, που το έπαιρναν και έμενε σε άλλο σπίτι οικότροφο για να κάνει δουλειές.

ψυχοπαίδι (το) έχει την ίδια έννοια με τον ψυχογιό.

ψυχοπονιέμαι αντιμετωπίζω κάποιον με πόνο ψυχής, ευσπλαχνικά.

Διαβάστε το άρθρο στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ http://www.eleftheriaonline.gr/politismos/history/item/42533-glwssari-7



A
1. Αβανιά = καταστροφή-ζημιά,

2. Αγκωνή =άκρη καρβελιού φρατζόλας

3. Ακρίθια = παρανυχίδες, άγρια σημεία του δέρματος

4. Αγγειό=σκεύος,
5. Aγροικάω = ακούω ή ξαγρυπνώ
6. Aδειάζω = ευκαιρώ
7. Aκουμπέτι = παρά ταύτα
8. Aκώ = ακούω
9. Aλάργα= μακριά

10. Αλλαξιά= σύνολο ένδυσης,

11. Ανακλανιέμαι = τεντόνωμαι
12. Αναρίγησα = ανατρίχιασα

13. Αμπολάω = αφήνω, ελεύθερα, ασύδοτα

14. Ανάκαρο = δύναμη, τσαγανό.
15. Ανασκελώθηκε = έπεσε ανάσκελα

16. Ανεβάσταγη = ανυπόμονη, αυτή που δεν
κρατιέται.

17. Ανήλιαγο = Αυτό που δεν το βλέπει ο ήλιος.

18. Αξύριγος = αξύριστος

19. Απίδι= αχλάδι,
20. Απόκανα = παρακουράστηκα,
21. Αποσταίνω = κουράζομαι
22. Αποσπερού = απόψε το βράδυ

23. Αραχνος = κακομοίρης,
24. Αρούκατος= άτσαλος

25. Ασκί = τουλούμι.
26. Απαυτώνω = κάνω έρωτα με μια γυναίκα
27. Απόπατος = τουαλέτα
28. Αραούζης = ασουλούπωτος
29. Απαντοχή = υπομονή

30. Αυτούνο αυτού = αυτό εκεί
31. Αποκορωμένος = καταραμένος
32. Αποκρεύω=σταματώ να τρώω κρέας
33. Απάγκιο = μέρος χωρίς αέρα
34. Ανάρτυγο=φαγητό χωρίς λάδι

35. Απόκανα = παρακουράστηκα,
36. Αποσταίνω = κουράζομαι
37. Απόρριξε =απέβαλλε
38. Ανεβάσταγος=ανυπόμονος
39. Αράδα = σειρά.

40. Αρτήθηκα = έφαγα

41. Αφόρμησα = μολύνθηκα

42. Αχάραγο = αφώτιστο

43. Αχαμνό=αδύνατο
44. Αψίω = τρώω χωρίς ψωμί

Β.
45. Βαλμάς = ο εργάτης που χτύπαγε τα άλογα στο λιοτρίβι

46. Βαρελίτσα=μικρό βαρελοειδές ξύλινο δοχείο

47. Βατεύω = κάνω sex με παρθένα
48. Βαγένι = βαρέλι
49. Βανιώνω = παχαίνω
50. Βερεσιγέ = χωρίς πληρωμή
51. Βουή σας μαύρη = προσέξτε θα σας βρει μεγάλο κακό

52. Βρακοζώνι = ανδρικό εσώρουχ0 με πόδια
53. Βίκα = στάμνα
54. Βατουριώνω, βατώνα= σύμπλεγμα από βάτα
55. Βιζιδάδι = έμπλαστρο
56. Βαβίζω = γαυγίζω ή φωνάζω
57. Βολύμι = μολύβι.

58. Βούτα = κάδος

59. Βουτσί ή Βαένι = το βερέλι που έβαζαν το μούστο.

Γ΄
60. Γράνα = χαντάκι
61. Γουρνοπούλα, = γουρουνόπουλα
62. Γερούτσος = γεροντοπαλλήκαρο.

63. Γιούρντες = είδος γυναικείου παλτώ χωρίς μανίκια

64. Γκαβαλίνα = η κοπριά των ζώων. Από εκεί πηγάζουν και οι χαρακτηρισμοί Γκάβαλος που
σημαίνει ότι κάποιος είναι σκατάς, βλάκας, όπως και το γκάβαλο που είναι η ακαθαρσία
της μύτης.65. Γκριτζάλα = ειδικό ξύλο με δόντια.
66. Γλυφοσαγανάς = αυτός που γλείφει το πιάτο.

67. Γνέματα = νήματα

68. Γούπατο = η περιοχή που είναι χαμηλή (γούβα)

69. Γούτος = αρσενικό περιστέρι, αυτός που ςίναι διπλοσάγωνοε όταν είναι μουτρωμένος

Δ΄
70. Δώθενε = από εδώ
71. Δικόνες μου = ο δικός μου

72 Δικριάνι = εργαλείο

73. Δριστέλια = η νεροτριβή.

74. Δυχατέρα = θυγατέρα



Ε΄
75 Ευτού = εκεί
76. Εντο = νάτο

77. Εντοσα = ξεπιάστηκα
78. Εφτούνο = αυτό

79. Έχουτε = έχετε

Κ΄
80. Κακαβολίθι = τρεις πέτρες που τοποθετούσαν το καζάνι όταν πήγαιναν στη νεροτριβή.

81. Καλύβω = καλύπτω.

82. Καμώνομαι = σωπαίνω

83. Καριόλα = ξύλινο κρεβάτι

84. Καρκατζέλες = κοπριά κατσίκας.
85. Καρίτζαφλας = Ο λάρυγκας της κότας, κόκορα κλπ
86. Κατσούλα = γάτα
87. Καταπίτης ή καταπιώνα= οισοφάγος

88. Κατακεφαλιά =καρπαζιά

89. Καψερός = ο καημένος.

90. Κείθενε = από ‘κει,

91. Κειώνω = τελειώνω, συμπληρώνω.

92. Κλαίει τα μυρενά = κλαίει και οδύρεται,
κλαίει από την πολύ στενοχώρια.

93. Κλιτσινάρα = Το πίσω μέρος του γόνατου, η κλείδωση.
94. Κιούπι = πήλινο,λαγήνι
95. Κουτσούνα= κούκλα, το παιχνίδι
96. Κούκλα = καλαμπόκι
97. Κολιάνιτσα = ευκοίλια

98. Κουλουμπαράς = Κουμπαράς που μαζεύουμε χρήματα.
99. Κουτρούλι= σωρός χώματος,αυλάκι ντομάτας

100 Κουμούτσι = χοντρό κομμάτι ψωμιού
101 Κουβενταρία = λογοδιάρρια.
102. Κουνενές = μωρό
103. Κόρυζα = αρρώστια πτηνών.
104 Κρησάρα = λεπτό κόσκινο.

105 Κονταυγές = χαράματα
106 Κενώνω = σερβίρω- αδειάζω.
107. Κιβούρι = μνήμα

108. Κολετσίνες, Μποτσίκια = Η Κρεμμύδα που κρεμάμε την πρωτοχρονιά

109. Κοτάω = τολμώ (Δεν κοτάω να μιλήσω = δεν τολμώ να μιλήσω)

110. Κόφα = μεγάλο καλάθι.
111. Κοφίνι =καλάθι.

112. Κόφτρα = μακρύ πριόνι με δύο λαβές που το χειρίζονται δύο άτομα.
113. Κότσαλα = κοτσάνια

114. Κουκουνιάζω = Όταν τα βόδια έτρεχαν εξαγριωμένα όταν τα τσίμπαγε η μύγα κουκουνόμυγα.
115. Κούμπλα = βρύση,
116. Κουργιαλοί = αυλάκι για φύτεμα ντομάτας.
117. Κοτσώνομαι = καμαρώνω

118. Κατσόνι = ξύλινο εργαλείο τραβήγματος κλαριού
119. Κοπελάτος = υπηρέτης

120. Κουλουπώνομαι =χώνομαι στα σκεπάσματα.

121. Κούρβουλο = αυτός που χτυπάει, κουτσαίνεται
122. Κωλοφωτιά = πυγολαμπίδα.

Λ΄

123. Λαγκεύει (το μάτι μου) = Παίζει το μάτι μου (νευρικό), πετιάται.

124. Λατανάω = Βυζαίνω

125. Λάχανα = τα άγρια χόρτα των αγρών.

126. Λινάτσα = (Μεταφορική λέξη) Κατεργάρης, απατεώνας
127. Λουτσίζομαι = πλένομαι, βρέχομαι

128. Λοκάνικο = λουκάνικο.

129. Λιάστρα = απλωμένα κάτω.

130. Λιμπιά = τσιμεντένια υπαίθρια πλυντήρια.

131. Λόπια = Φασόλια ξερά.

132. Λουτριάζω τα βαρέλια = Πλύσιμο και καθάρισμα των βαρελιών από τη λάσπη.

Μ΄

133. Μαθές = λοιπόν

134 Ματσούκι = κοντόχοντρο ραβδί

135. Μαξούμι = μικρό παιδί
136. Μάπα= λάχανο.

137. Μάπα = σφουγκαρίστρα

138. Μάπισμα = το σφουγκάρισμα.
139. Μαπίζω = σφουγκαρίζω
140. Μούργα =χοντρό κατακάθι λαδιού.

141. Μουστρίθηκες = Πασαλίφθηκες στο πρόσωπο.
142 Μπατανία= χοντρή κουβέρτα.

143. Μπιτ = καθόλου
144. Μπουγέλος = κουβάς.





Το νησάκι Πρώτη απέναντι από τη Μαραθόπολη Γαργαλιάνων


145. Μπορούτε = μπορείτε
146. Μπόσικα = χαλαρά.
147. Μπάκα = κοιλιά.
148. Μπουσουρντάνο = ντενεκές.
149. Μασιά = σιδερένιο όργανο για τα
κάρβουνα
150. Μπάκακας =βάτραχος

151. Μπλαφούσκιασα = ζάρωσε, κρέμασε
το πρόσωπό μου

152. Μπιντόνα = ντενεκές

153. Μπλεζενιά = καρπούζι
154. Μπουζία = γουρούνια.

155. Μπορμπόλια = στα μπούνια, όταν παίρνουμε κάποιον στους ώμους μας.

156. Μπότσα = ειδικό δοχείο από
ορείχαλκο που χωρούσε δύο οκάδες λάδι.
157. Μπροστέλα, μπροστοποδιά = ποδιά της νοικοκυράς.
158. Μαζόχτη = μαζεύτηκε- έφτασε
159. Μπαζίνα = χυλός από καλαμποκάλετρο
160. Μου βγήκε η λασά = μου βγήκε η γλώσσα
Ν΄

162. Ναχρικά = κατσαρολικά
163. Νίδι = ένα μικρό κομμάτι
164. Νταβάς = χάλκινο ταψί με καπάκι





Αγ. Κυριακή Φιλιατρών


165. Ντενεφάδα = μυαλό
166. Νάκα = φορητή κούνια μωρών που έβαζαν στην πλάτη τους οι αγρότισσες
167. Ντενεκές στον ούρλο = ντενεκές στον κώλο του σκύλου ή γάτας.

168. Ντόνω = ξεμουδιάζω,

Ξ΄
169. Ξάϊ = το δικαίωμα 10% που έπαιρνε ο μυλωνάς για το άλεσμα του σταριού.

170. Ξεκορφαρίζω = ο ψηλός που ξεχωρίζει.
171. Ξελέμιασμα = σφάξιμο κόκορα.
172. Ξεσαγωνιάστηκα = αδυνάτισα πολύ.
173. Ξεκωλώνω = ξεριζώνω
174. Ξυλοκέρατα = χαρούπια.

175. Ξεμπατινιάστηκα = ξεπατώθηκα.

176. Ξεσπίνισμα = η αφαίρεση του σπόρου του καλαμποκιού.
177. Ξεστερίζουμαι = δεν λαμβάνω υπ’ όψιν.
Ο΄
178. Ολούθε = παντού
179. Ολοτρυπίριστος = γεμάτος τρύπες, αυτόν που έχουν τσιμπήσει πολλά κουνούπια

180. Ούλοι = Όλοι
Π΄
181. Παλιόπραμα = παλιάνθρωπος
182. Πάντα = μεριά, πλευρά, άκρη (κάνε στην πάντα)
183. Παραγώνι = τζάκι
184. Παρδαλίζουν = λέγετε όταν οριμάζουν τα σταφύλια.

185. Πασαράς = σουρωτήρι (το σκεύος)
186. Πασπαλώ = ρίχνω άχνη ζάχαρη.

187. Πασταριά = η μια πάνω στην άλλη.

188. Πατάκα = πατάτα.
189. Παταλιά = οριζόντια θέση τραυματία
190. Πατσαβούρα, πετσάφι = πρόχειρο πανί που χρησιμοποιείται κατά και μετά το φαγητό.

191. Πελεκάω = χτυπάω.

192. Περικάλεση = συγκέντρωση γυναικών σε σπίτια για ομαδική εργασία.
193. Πετσί λουρί = χέσιμο,

194. Πίγκωσα = βούλωσε η μύτη μου
195. Πιλαλάω = τρέχω,
196. Πιλάλα = τρέξιμο,
197. Πιτάρι = μελισσοκέρι
198. Πιοτούρα = κρασοκατάνυξη
199. Πέσε μου = πες μου,
200. Πλακουτσά = πλακωτά.

201. Πλέχτρες = Οι πλεξίδες των κρεμμυδιών.

202. Πολιώρα = προηγουμένως
203. Πούντος = το μεγάλο δάχτυλο του χεριού,
204. Προγκάω = διώχνω κάτι με φωνές, τον φοβίζω
205. Πούργι = μεγάλο και φαρδύ καλάθι φρούτων,

206. Πρασιές = Κοπάδια γουρουνιών, που έβοσκαν ελεύθερα στο βουνό.
207. Προσμπούκι = κολατσιό
208. Προσφέρνω = παρομοιάζω με κάποιον άλλο
209. Προσώρας = προσωρινά.

210. Πρωιμιές = πρώιμα σπαρτά.
Ρ΄
211. Ρεντίκολο = ρεζίλι, γελοίο
212. Ροβολάω = κατεβαίνω τρέχοντας.

213. Ρογός = αποθηκευτικός χώρος του άχυρου στο κατώι του σπιτιού.

214. Ροκώνω = στριμώχνω

215. Ρόμπα = Ο ξεφτύλας, ρεζίλης ευτελής. (Η λέξη αυτή λέγεται πλέον σε όλη την Ελλάδα,
αλλά ξεκίνησε από τη Μεσσηνία)
216. Ρούγα = γειτονιά
217. Ρουπώνω = χορταίνω
218. Ριτσίδι = βράχηκα ως το κόκαλο.
219. Ρεντάω = ραντίζω.

Σ΄
220. Σαγάνι = πιάτο,

221. Σάϊσμα = Χοντρό ύφασμα πλεγμένο από μαλλί κατσίκας που το στρώνουν σαν χαλί και
παλιά το φόραγαν οι βοσκοί (η κάπα)

222. Σακάτου = εκεί κάτω,
223. Σαμαροπάϊδα = η λεπτή σανίδα στο πλάϊ του σαμαριού.

224. Σαπάνου = εκεί επάνω.

225. Σαρωματίνα = χορτάρινη σκούπα,
226. Σαρώνω = σκουπίζω,
227. Σαρωματίνα = χορτάρινη πρόχειρη σκούπα
228. Σάψαλο = σάπιο
229. Σβερκώνω = χτυπώ κάποιον στο σβέρκο.

230. σβώλος = μικροκαμωμένος
231. Σγαρλίζω = σκαλίζω το χώμα.
232. Σγούφτω=σκύβω,
233. Σγρουμπούλι = ογκίδιο στρογγυλό
234. Σγουμπαίνω = καμπουριάζω, είμαι σκυφτός
235. Σειριά = σόϊ
236. Σεργούνι = η ξεφτύλα

237. Σίχλος = κουβάς

238. Σκάλος = σκάλισμα
239. Σκαρίζω = βγαίνω, προβάλω από κάπου
240. Σκατοψύχια = κατάρες.
241. Σκαφίδα = η σκάφη που έπλεναν τα ρούχα.
242. Σκαφίδι = η σκάφη που ζύμωναν το ψωμί.
243. Σαπέρα = πήγαινε πέρα,
244. Σκαπέτησα = έφτασα ή έφυγα,

245. Σκεύομαι = σκέπτομαι
246. Σκουληκαντέρα = γλίτσα.
247. Σκιάχτηκα = τρόμαξα,
248. Σουβή=συμφορά,
249. Σκορδοστούμπι = γουδί,
250. Σκουράντζος= ρέγγα,
251 Σκούζω = φωνάζω,
252. Σοροβλιάστηκε = έπεσε
253. Σούγελο = υδροροή
254. Σούδα = στενό δρομάκι,
255. Σουράω= σφυρίζω,
256. Σπάρτο = κατσαφάνα
257. Σταθιμός= σταθμός,

258. Σταλίζω = στέκομαι άπραγος
259. Σπερνά = κόλυβα,
260. Σποράκλα, με σπόρισε = διάρροια.

261. Στοιχερό = χοντρό ξύλο με διχάλα στο πάνω μέρος που έδεναν τα άλογα στο κέντρο του
αλωνιού.
262. Στρατόνι = πεζούλα
263. Στράφι = άδικα
264. Στρεκλάω = βαδίζω δεξιά αριστερά, σκοντάφτω

265. Στρινιάζω = στραβομουτσουνιάζω
266. Στροφιάζομαι = πέφτω για ύπνο
267. Συφουλιάζομαι = σκεπάζομαι,
268. Συμπράκαλα = διάφορα είδη οικιακής ή ατομικής χρήσης.

269. Συνεμπάζω = μαζεύω, γυρίζω
270. Στάσεις = βραγιές που φυτεύουν πχ σκόρδα

271. Σκούρκος =χρυσόμυγα.
272. Σιγουρεύω = κρύβω,

273. Στεγνώξω = στεγνώσω
274. Σφαρδάκλι = βάτραχος
275. Σώνει = φτάνει.

276. Σώστο = πιάστο

277. Σωμάρα = Όταν μειώνονται οι δυνάμεις μας.
Τ΄
278. Τάσι ή τασάκι= σταχτοδοχείο,
279. Τανιέμαι = σφίγκομαι,
280. Ταχειά = αύριο,
281. Τέτζερης = κατσαρόλα,
282. Τέντα = ανοιχτά, διάπλατα,
283. Τι λογό = τι είδος,
284. Τηράου=βλέπω,

285. Τούμπησα = έπεσα επάνω, κουτούλησα
286. Τουρλώνω = φουσκώνω,
287. Τουρνόκολα = ανάποδα
288. Τουρνοκολιάστηκε = έπεσε άγαρμπα
289. Τράβα= καδρόνι στέγης,

290. Τριφτάδια = είδος ζυμαρικών που έφτιαχναν οι νοικοκυρές.
291. Τρόκανι = κουδούνι αιγοπροβάτων
292. Τσακάω = τσακίζω
293. Τσαλίμια, τσαλιμάκια = νάζια
294. Τσαντίλα = ύφασμα που πήζουν το τυρί.

295. Τσάπια (τα) = Οι κακές συνήθειες
296. Τσαφάρι = κνήμη του ποδιού,
297. Τσιγαρολάχανα = μυρωδικά χόρτα,
298. Τσικάου = τσουγκρίζω.

299. Τσοκανάω = κόβω, πετσοκόβω.
300. Τσότρα= δοχείο κρασιού,
301. Τσουτσουρώνω = αγριεύω
302. Τσεμπερέκι ή ζεμπερέκι= πόμολο ή σύρτης πόρτας,
303. Τσουμπλέκια= κουζινικά σκεύη,
304. Τσουράπι= κάλτσα,
305. Τσιγκλάω = προτρέπω,
306. Τσεμπέρι ή τσεμπέρα = Γυναικείο μαντήλι.
Φ΄
307. Φακλάνα= κακόφημη γυναίκα (πουτάνα).
308. Φαγανιάρης = λαίμαργος
309. Φελί = ένα κομμάτι παστού βακαλάου

310. Φινωμένο φρούτο = το φρούτο που είναι στεγνό, χωρίς πολλούς χυμούς.
311. Φκτίκια = βαφτιστικά ρούχα
312. Φλέσουρα = μικρά σκουπιδάκια από ξύλα
313. Φλομώνω = ζαλίζω.

314. Φλουμπέτες = Οι καντήλες με υγρό

315. Φλύχτρες = σπυράκια

316. Φορτσέρι = μπαούλο
317. Φούγα = οργή
318. Φουρφουράω = θορυβώ
319. Φρύξες = ψωμί προηγούμενης ημέρας που το ψήνουν στο φούρνο

320. Φτενός = λεπτός.
321. Φτούνος = αυτός.
Χ.

322. Χαήλωσα = χάζεψα, έμεινα με το στόμα ανοιχτό και αφηρημένο ύφος

323. Χάμου = κάτω.

324. Χαμούρι = το σπάσιμο του ελαιόκαρπου και μετατροπή του σε πολτό.
325. Χαρανί = καζάνι,
326. Χαντρολέμι = κολιέ,
327. Χαλαστάρι =πέτρα
328. Χαβάνι = σιδερένιο γουδί.

329. Χαράκι = η αφαίρεση κομματιού από το φλοιό στον κορμό του κλήματος.
330. Χαρχαλεύω = ψάχνω

331. Χαμοκέλα = η παράγκα, το παλιό μισοχαλασμένο σπίτι.
332. Χάφτω = καταπίνω λαίμαργα, ξεγιελιέμαι.
333. Χόβολη = στάχτη.
334. Χουνέρι = πάθημα.
335. Χορήγι = ασβέστης.
336. Χουγιάζω = βρίζω.

337. Χόχλος ή χούχλος = Όταν αρχίζει να βράζει πχ ένα φαγητό.

338. Χρίζω = αλείφω.
339. Χρονιάρα = η ημέρα που είναι αργία, καθώς και οι μεγάλες γιορτές
Ψ.
340. ψες = χθές.



Ω.

341. Ωρέ = Ρε

http://messiniaka.blogspot.gr/2012/03/me-341.html



Τοπική Διάλεκτος (Γλωσσάρι)





ΜΙΚΡΟ ΒΡΟΜΟΒΡΥΣΑΙΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ



Παρακάτω γίνεται μία αρχική προσπάθεια να καταγράφουν οι Βρομοβρυσαίικες λέξεις και εκφράσεις.

Βέβαια οι περισσότερες ακούγονται και σε άλλα μέρη της Ελλάδας

Υπάρχουν ίσως παρακάτω και κάποιες λέξεις που μπορεί να μην αρέσουν.

Υπάρχουν σίγουρα και άλλες που μας διαφεύγουν και μελλοντικά θα συμπληρωθούν με την βοήθειά σας.





- Α -

αβανιά, η η συκοφαντία

αβερτοσύνη,η άμετρη ελευθερία

αγάλι-αγάλι σιγά-σιγάβελάνι,το το βελανίδι

άγαρμπος,ο ο χωρίς τακτ,ο χοντροκομμένος στους τρόπους ανθρωπος

αγκομαχάω βογκάω από κόπο ή από πόνο

αγκουσιάζω ζεσταίνομαι πολύ, αισθάνομαι δυσφορία

αγκωνάρι,το ο ακρογωνιαίος λίθος

αγκωνή,η (ψωμί) μικρό κομμάτι ψωμί από άκρη καρβελιού

αγνάντια απέναντι έχοντας οπτική επαφή

άγουρος νεαρός αναπτυγμένος αλλά άπειρος,ανώριμος

αγουρογερασμένος,η ο πρόωρα γερασμένος

αγουροξυπνημένοος ξύπνησε χωρίς να χορτάσει τον ύπνο

αγριάδα η είδος αγριόχορτου, κατάσταση θυμού και οργής

αγρικώ καταλαβαίνω,αντιλαμβάνομαι,νιώθω

αδειάζω ευκαιρώ. Δεν αδειάζω, δεν ευκαιρώ.

άδουλος, η, ο Τόπος αδούλευτος, χέρσος. Ο ακαμάτης, ο οκνηρός άνθρωπος.

αδρασκελάω διαβαίνω, περνώ κάποιο εμπόδιο. Αδρασκέλησε το χαντάκι.

αδράχτι, το εξάρτημα της ρόκας, όπου μαζεύεται το γνέμα

αερικό,το δαιμονικό, νεράιδα, φάντιασμα

ακαμάτης,ο ο τεμπέλης,ο οκνηρός

ακόνι,το ειδική πέτρα που ακονίζουν κοφτερά εργαλεία

ακουμπάω στηρίζομαι. Ακούμπησα να ξαποστάσω

άκουρος,η, ο ακούρευτος

αλαφιασμένος-η-ο τρομαγμένος

αλαφροϊσκιωτος,η,ο αυτός που βλέπει φαντιάσματα και αερικά

αλισίβα,η απόσταγμα στάχτης χρήσιμο για πλύσιμο, θελόσταχτη

αλισιβερίσι,το δοσοληψία

αλλαξιά, η φορεσιά, στολή, ανταλλαγή, τράμπα

αλάργα μακριά

αλογοσούρτης, ο αλογοκλέφτης

αλουποπορδή η είδος μανιταροειδούς φυτού που αναδύει άσχημη οσμ

αλύχτημα,το γάβγισμα σκύλου όταν έχει μυριστεί θήραμα

αλωνάρης,ο ο Ιούλιος μήνας

αμέτι-μουχαμέτι το 'βαλε αμέτι μουχαμέτι :το 'βαλε πείσμα, σκοπ;

αμμουδέρα η το αμμώδες έδαφος

αμολάω αφήνω κάποιον ή κάτι ανεμπόδιστο, ελεύθερο. Απολύω

άμπακος,ο γεμάτο πιάτο, πολύ φαϊ, έφαγε τον άμπακ

αμποδιέται απαγορευμένο στη βοσκή από ξένα ζώα

άμωρος, η, ο άδικος, τεμπέλης, ράθυμος

αναβροχιά,η ανομβρία

αναγελάω γελάω

αναγούλα,η τάση για εμετό, αποστροφή

ανάγυρα από μακρινό δρόμο, γύρω-γύρω όχι απ' ευθεία

ανακαψίλα,η κάψιμο στο στομάχι, καουρα

αναπιάνω αναπιάνω το προζύμι, το ανακατεύω με αλεύρι και νερό

ανάργια αραιά

ανασταίνω ανατρέφω κάποιον από μικρό παιδί, επαναφέρω απ'το θάνατο

ανατσουτσουρώνουμαι αγριεύω με επιθετικές διαθέσεις

αναχαράζω αναμασάω

ανεβάσταγος, η, ο ο ανυπόμονος, ο ασυγκράτητος

ανερώτηγα χωρίς άδεια

αντάμα μαζί

αντάρα,η καπνός από πυροβολισμούς, καταχνιά, ομίχλη

αντρομίδα,η μάλλινο υφαντό κλινοσκέπασμα, είδος μπαντανίας

ανέκοπα χωρίς κόπο

απάγγειο,το το απάνεμο

απαντάω συναντάω

απαυτώνω αντί του κακόηχου ρ. της σεξουαλικής πράξης

αποίκου έτοιμος για να ξεκινήσει

απίστομα ανάποδα, με το στόμα προς τα κάτω

απόβραδο,το το σούρουπο

αποβραδίς χθες το σούρουπο

αποκά από κάτω

αποκούμπι, το το καταφύγια, το άσυλο

αποπαίδι, το το αποκηρυγμένο, αποκληρωμένο παιδί

αποπαίρνω επιπλήττω, κατσαδιάζω

απόσκιο,το ο ανήλιος τόπος

αποσπερού απόψε

αποσταίνω αποκάμνω, κουράζομαι

αποστασίλα,η κούραση

αποφαγούδι, το Τα αποφάγια, τα υπολείμματα του φαγητο

απόβροχα μετά τη βροχή

άρα-μάρα,η ελευθεροστομία, αχαλίνωτη και ακατάληπτη φλυαρία

αραδίζω περνοδιαβαίνω

αρβαλάω κάνω θόρυβο

αρβάλια,τα μεταλλικές κινητές χειρολαβές

αργιεύω αραιώνω

αρίδα,η το πόδι

αρίδι το το χειροκίνητο τρυπάνι

αριολόγι-αριολογάω το μάζεμα των αριών ελιών, καρυδιών, κοκολόγι- κοκολογάω

αρλούμπα,η κουταμάρα, ανοησία σε κουβέντα

αρμακάς,ο σωρός, στοίβα

αρούκατος,ο απεριποίητος, ατημέλητος, ατσούμπαλος

αρουλιέμαι ουρλιάζωβελάνι,το

αρτσίδι μούσκεμα, ο βρεγμένος μέχρι το κόκαλο

αρύς-ια-υ αραιός-α-ο

ασίκης,ο λεβέντης, νέος αξιέραστος, γενναίος

ασκέρι,το παρέα, οικογένεια, σύνολο ανθρώπων

ασουλούπωτος,η,ο ατημέλητος, απεριποίητος, αυτός που έχει κακή εμφάνιση

αστράχα,η ο μεταξύ τοιχίου και στέγης χώρος

αστρίτης,ο η αρσενική οχιά, είδος οχιάς

αστροφεγγιά,η το φέγγισμα των άστρων τη νύχτα χωρίς φεγγάρι

άταρος,η,ο ο ανώριμος,ο αδύναμος,ο νωθρός

αυγατάω αυξάνω

αφαλαρίδα,η είδος χορταριού με αγκάθια

αφορμή η αιτία για δράση

αφόρμησε ερεθίστηκε (η πληγή)

άφραγκος,ο αυτός που δεν έχει χρήματα

άφταιγος,η,ο εκείνος που δεν φταίει σε τίποτα

αχαϊρευτος,ο ο ανεπρόκοπος

αχαμνός,η,ο ο αδύνατος

άχερο,το το άχυρο

αχνιά, η η σιγανή φωνή

αχορταγίλα,η αχορταγία, λαιμαργία

άχτι, το εκπλήρωσις τιμωρίας ή εκδικήσεως

άϊ άιντε, πήγαινε



- Β -

βαλαντώνω-ουμαι στενοχωριέμαι, φλέγομαι από ερωτικό πάθος,αρρωσταίνω

βαρβάτο,το αρσενικό ατίθασο και δυνατό, με πολλές ορμές

βεδούρα,η ξύλινος κάδος, κουβάς

βελέντζα,η μάλλινο υφαντό που δεν έχει πάει νεροτριβή
βίτσα,η βέργα λεπτή, μαστίγιο, καμουτσί.

βρακοζώνι,το η ζώνη του πανταλονιού

βρομόβρυση η Ελβετία της μεσογείου-του νότου ! ! !
βρωμίστρα η το χωράφι απ' όπου θερίστηκε μόλις βρώμη


-Γ-
γαϊδουριά,η απρεπής συμπεριφορά

γαϊδουρογουστέρα,η η μεγάλη πράσινη σαύρα

γαλίφης,ο ο κόλακας, ο γλείφτης

γανίλα, η αγανωσιά, σκουριά

γδυτός,η,ο ο γυμνός

γελέκο, γελέκι, το αμάνικο επανωφόρι, στηθόρουχο.

γέννημα,το γενικώς τα δημητριακά αλλά κυρίως το σιτάρι

γεντέκι,το ο εύσωμος και γερός άνθρωπο

γεροκομάω φροντίζω, περιποιούμαι ηλικιωμένο άνθρωπο

γιοματάρι,το βαγένι γεμάτο κρασί που δεν το έχουν ανοίξει ακόμα

γιούκος,ο στοίβα από χοντρικά ρούχα, κλινοσκεπάσματα

γιουρούκι,το ο χοντροφτιαγμένος και δυσκίνητος άνθρωπος, ο γέρος

γκαβαλο η κοπριά του γάιδαρου

γκαβίζω αλληθωρίζω

γκαβός,ο ο αλλήθωρος

γκαλιουρίζω αλληθωρίζω, κοιτάζω κάπως στραβά

γκαλντερίμι,το λιθόστρωτος δρόμος

γκανιάζω διψάω πολύ

γκαρδιακός,ο φίλος αληθινός, αγαπημένος και έμπιστος

γκλαφουνάω ζητάω με κλάματα

γκράς,ο είδος όπλου εμπροσθόγιομο

γκρεμίλα,η επικίνδυνα επικλινές και άγονο έδαφος

γλαντινιά,η είδος αειθαλούς δέντρου

γλάρα,η νύστα

γλιέπω βλέπω

γνέθω φτιάχνω νήμα για ύφανση στη ρόκα

γνέμα,το το προϊόν του γνεσίματος, το νήμα

γούπατο,το το χαμήλωμα του εδάφους, το βαθύπεδο

γούρνα,η λακκούβα φυσική ή τεχνιτή όπου μαζεύεται νερό

γουστέρνα,η η σαύρα

γρέκι,το μαντρί γιδοπροβάτων

γρουμπούλι,το το καρούμπαλο, το εξόγκωμα από κάποιο χτύπημα, ο σβώλος

γράνα, η βαθύ χαντάκι, αυλάκι

γωνιά,η η εστία στο σπίτι



- Δ -

δα μόλις

δασιά,τα πυκνά

δεκριάνι,το ξύλινο εργαλείο σε σχήμα πιρουνιού για συλλογή σανού

δεμάτι, το το χειρόβολο, μία χεριά στάχυα

δεντρογαλιά,η είδος φιδιού

δεφτέρι,το κατάστιχο, τετράδιο

διακονιάρης,ο ο ζητιάνος

διάσελο,το το ξέφωτο σε κάποιο ύψωμα

διάτανος, ο ο σατανάς

διμούτσουνος,η,ο ο διπρόσωπος

διφόρια,τα καρποί που γίνονται μετά τη συγκομιδή της σοδιάς

δόγα,η η μία από τις πολλές τάβλες του βαγενιού

δόλιος,α,ο ο φτωχός και αξιολύπητος άνθρωπος

δοξαπατρί,το κατακούτελα

δριμόνι,το το μεγάλο κόσκινο για το ξεκαθάρισμα των δημητριακών

δροτσίλα, το εξάνθημα

δυχατέρα,η η θυγατέρα, η κόρη



- Ε -

εδεφτού, εδεκεί εκεί ακριβώς

έλαχε έτυχε

έμπα,το η είσοδος

εξαποδώ,ο ο διάβολος

επιπόνου με πολύ στεναχώρια

επρογκίξανε τρόμαξαν και τράπηκαν σε φυγή

ετώρα τώρα

εφτούνος εφτού αυτός εκεί



- Ζ -

ζα,τα τα ζώα

ζαβλακωμένος ο ζαλισμένος, ο αδιάθετος

ζαγάρι,το κυνηγετικό σκυλί

ζαλιά,η το φορτίο

ζαλώνω φορτώνομαι

ζαμάν φου λαϊκιστική έκφραση περιφρόνησης

ζαμπούνης κακόκεφος, ζαμπουνιασμένος

ζαράρικος, η, ο ο ελαττωματικός,μικρούτσικος

ζάφτω πίνω κρασί

ζεματάω είμαι πολύ ζεστός,υπερθερμαίνω κάτι

ζεμπερέκι,το το πόμολο της πόρτας

ζευγολάτης,ο ο γεωργός

ζεύλα,η εξάρτημα του ζυγού που ζεύουν τα βόδια

ζευλώνω ζεύω,περνάω τη ζεύλα,μτφ,παντρεύω,πειθαναγκάζω

ζέχνω μυρίζω άσχημα, βρωμάω, είμαι λερωμένος βρώμικος

ζιακουτάω χτυπάω, σπρώχνω κάποιον ελαφρά

ζοντόβολο ο βλάκας
ζούδι,το το άγριο ζώο,ειδικά ο λαγός

ζουλάπι,το το αγρίμι

ζουλάω σπρώχνω

ζουνάρι,το η ζώνη, ο ζωστήρας

ζουπάω πιέζω, ζουλάω

ζυγώνω πλησιάζω κοντά



- Η -

ηλιακός.ο τοποθεσία που τη βλέπει πολύ ο ήλιος

ημεράδι το ένα είδος βελανιδιάς, ρουπάκι

ημιπληγία το εγκεφαλικό επεισόδιο, όπου παραλύει κατά το μισό



- Θ -

θαμπίζω μόλις που βλέπω

θέλημα,το κάτι που αποφεύγεται να κατονομαστεί, η παραγγελία

θελός,η,ο θολός

θεριακωμένος, ο ο υπερφυσικός, ο τεράστιος

θεριό,το το θηρίο

θεριστής,ο ο μήνας Ιούνιος

θημωνιά,η σωρός από στάχυα έτοιμα για αλώνισμα

θράσιος,α,ο ο ψόφιος, ο άνοστος μτφ. ο άνθρωπος που χαραμίζεται

θρύψαλα,τα πολύ μικρά κομματάκια από σπάσιμο, θραύσματα

θυγατέρα,η η κόρη





-Ι-



ιβαλα κομμάτια

ιταίρι, το σύζυγος, να χαίρεσαι το ιταίρι σου

ινάτι, το το πείσμα, το καπρίτσιο



- Κ -

κα κάτω

καγιανάς,ο είδος φαγητού, παστό χοιρινό με αυγά και ντομάτα

καζάντια,τα τα υπάρχοντα, τα πλούτη, τα κέρδη

καϊλα,η αίσθημα καύσου, σφοδρή επιθυμία, παίδεμα, ταλαιπωρία

κακαράντζα,η η κοπριά των γιδοπροβάτων

κακαρώνω πεθαίνω

κακοζάκανος, ο ο κακοφτιαγμένος

κακοντέλης,α,ικο ο φουκαράς, ο έχων κακό τέλος

κακορίζικος,η,ο αυτός που του έχει γράψει η μοίρα ατυχίες και δυστυχία

καλαμοβύζα,η η γίδα που έχει χοντρά βυζιά δύσκολα στο θηλασμό

καλιάζω σκαρφαλώνω, γαντζώνομαι

καλιγώνω πεταλώνω

καλικούτσια καβαλικευτά τα παιδιά στους ώμουςτων μεγάλων με τα πόδια ανοιχτά

καλμπάτσα, η αρρώστεια των αιγο προβάτων

καλντερίμι,το λιθόστρωτο δρομάκι, ή χώρος

καλοφάγανος,ο ο εύκολος στο φαγητό αντιθ. κακοφάγανος

κάλπικος,η,ο ο ψεύτικος, ο κίβδηλος

καμουτσί,το το μαστίγιο

κανακεύω χαϊδεύω, χαϊδολογάω

κάνουλα,η η βρύση, κυρίως του βαγενιού

κάπα,η χοντρό μάλλινο επανωφόρι των βοσκών με κουκούλα

καπάτσα,η η πολύ δραστήρια και καταφερτζού γυναίκα

καπινός ,ο ο καπνός

καπίστρι,το το χαλινάρι του γάιδαρου

καπρίτσιο,το το πείσμα

καπροδόντης αυτός που έχει στραβά δόντια

καραμπαλίκια,τα τ'αχαμνά, οι όρχεις

καραμπουζουκλής,ο ο λεβέντης, με διάθεση αστειότητας

καραούλι,το η σκοπιά, το παρατηρητήριο

κάργα πολύ,δυνατά

καρδαμώνω γερεύω μετά από αρρώστια, γίνομαι εύρωστος, δυνατός

καρδάρα,η ξύλινο δοχείο που χρησιμεύει για να μετρούν το γάλα κυρίως

καρλαύτης,ο αυτός που έχει μεγάλα αυτιά

κάρμα,το το ψοφίμι, το ψόφιο ζώο

καρμίρης,ο ο τσιγκούνης, ο στυγνός ατομιστής

καρούλα η πληγή από κάψιμο ή μαστίγωμα

καρτερώ περιμένω, εμποδίζω να περάσει κάποιος ή κάτι

κατάλακα εντελώς φανερά και αδικαιολόγητα

κατάραχα στην κορυφή στη ράχη, στον λόφο

καταράχι,το ο λόφος

κατραπακιά,η χτυπώ κάποιον στο κεφάλι με την παλάμη μου

κατσάβραχα,τα τα βραχολίθαρα με πολλές αυλακώσεις από τη διάβρωση

κατσιαπλιάς,ο ο κλέφτης που φυγοδικεί ρακένδυτος

κατσικόδρομος ο μικρό και δύσβατο μονοπάτι

κατσικοπόδαρος ο ο γρουσούζης

κατσιούλα η η κουκούλα της κάπας

κατσούλα,η η γάτα

κατώι,το το ισόγειο στις παραδοσιακές κατοικίες

καυκαλίθρα,η είδος αγριόχορτου

καύκαλο το κοκάλινο περίβλημα, καβούκι ζώου

κάφυρο, το το ρουθούνι

καψάλα,η τόπος καμένος από πυρκαϊά

καψερός ,ο έκφραση συμπάθειας σε κακότυχο

κερατούκλης,ο ο κατεργάρης

κιλίμι,το λεπτό χαλί (το έστρωναν στο σαμάρι των μουλαριών)

κιούπι,το πήλινο σταμνί που μέσα παστώνουν το χοιρινό κρέας

κιώσανε τελειώσανε

κλωθογυρίζω γυρίζω γύρω σαν την κλώσα

κλωνά,η η ίνα, η κλωστή

κλωσσόπλο το το κοττοπουλάκι όταν βγαίνει από το αυγό

κοκκινογούλι,το το ραπανάκι

κολιτσάκι το μεταλλικός γάντζος στο σαμάρι

κολάνια,τα ιμάντες που δένουν το σαμάρι του γάιδαρου

κολαντρίζω περιποιούμαι τον άντρα μου για να 'ναι όμορφος

κολορίζι το η δυνατή ρίζα δέντρου

κωλώνω εμποδίζω, καρτεράω, δειλιάζω

κονάκι το το σπίτι, το νοικοκυριό, το κατάλυμα

κονάκι το φίδι μαύρο, τυφλό, δηλητηριώδες που τσιμπάει μόνο Σάββατο

κοντοκαρτέρει σιγοβάδιζε και περίμενε

κοντύλι,το ο κοντυλοφόρος, κομμάτι σχιστολίθου που έγραφαν στην πλάκα

κοπιάζω έρχομαι

κοπρίτης,ο ο βρωμιάρης, ο ανεπρόκοπος και τεμπέλης άνθρωπος

κορακιάζω υποφέρω πολύ από δίψα, τρώω λαίμαργα, αποπατώ δημοσίως

κορδονούρα, η η υπερήφανη

κορήτα,η πέτρινη ή ξύλινη γούρνα για πότισμα ή τάισμα ζώων

κόρμπα,η η μαύρη γίδα

κορώνω βρωμάω

κοτάω τολμάω

κοτζάμ τόσο μεγάλος

κοτρώνι,το ογκόλιθος, μεγάλη πέτρα

κούγελο,το ο χαζός, ο ξεμωραμένος, ο αφελής

κουμάσι, το ακάθαρτο υπόγειο, στάβλος

κουμούτσι ,το ξεροκόμματο ψωμί

κουνιάδα,ος η αδελφή -ος της -του συζύγου

κούρβουλο,το το ξερό κλήμα, μτφ το σακατεμένο χέρι ή πόδι

κουρκούτι,το ο χυλός από σιτάλευρο μτφ.το θολωμένο μυαλό

κουρμπέτι,το το ταξίδι, σεργιάνι,η πιάτσα

κούρνια,η το κοτέτσι, ο ύπνος των κοτών

κουρούνα,η η κάργια, η καρακάξα

κούτελο,το το μέτωπο

κουτουλάω νυστάζω

κούτρα,η το κεφάλι

κουτρούλι, το βουναλάκι από χώμα που συσσωρεύεται με το σκάψιμο της αμπέλου

κουτσούνα,η η κούκλα

κούτσουρο το κοντοκομμένος κορμός δέντρου, μτφ. ο έρημος, ο μοναχικός

κοψοχολιάζω ανησυχώ κάποιον για κακό που τελικά αποφεύχθηκε

κοψοχρονιά μισοτιμή

κοψίδι, το κομμάτι κρέας

κράζω καλώ, φωνάζω

κραίνω λέγω, μιλώ, απαντώ

κρικέλι,το ο κρίκος

κριτσέπι το άνυδρος κακοτράχαλος και πετρώδης τόπος

κρυγιαίνω κρυώνω



- Λ -

λάβρα,η η σπίθα που πετάγεται, η μεγάλη ζέστη

λάγαρο,το το υπογάστριο ζώου

λαήνα η το λαγήνι, το κιούπι

λάκα,η επίπεδο τμήμα εδάφους, ισιάδα

λακάω φεύγω κυνηγημένος τρέχοντας

λάκκος,ο μτφ. ο αργαλειός

λακριντί,το ιδιαίτερη συζήτηση....κατά μια έννοια το κουτσομπολιό

λαμπίκου πολύ καθαρά, αστραφτερά

λαναρίζω ξαίνω μαλλί με τα λανάρια

λατανάω θηλάζω τα αρνοκάτσικα σε άλλες μανάδες που δεν αρμέχτηκαν

λεβέτι,το μεγάλο δοχείο υγρών από χαλκό, το καζάνι

λειριασμένος,η,ο μτφ. ο μαραμένος

λεμές,ο άνθρωπος κατώτερης στάθμης, κάθαρμα, παλιάνθρωπος

λεφούσι,το το πολύ πυκνό πλήθος από ανθρώπους ή ζώα

λεχρίτης,ο ο βρωμιάρης και ρακένδυτος άνθρωπος

λησμονάω ξεχνώ

λιάρος,ο ο παρδαλός, ο πλουμιστός, ο άσπρος και μαύρος

λίμπα,η μεγάλο πήλινο δοχείο, μτφ ο πλημμυρισμένος νερά

λιμπί,το το ροϊ, το δοχείο αποθήκευσης του λαδιού

λιμπίζουμαι επιθυμώ πολύ, λαχταρώ

λιχνάω ξεχωρίζω το σιτάρι από το άχυρο με τη βοήθεια του αέρα

λογγιά η δασώδης έκταση

λόπια,τα είδος φασολιών

λόρδα,η η πείνα

λουμάκι,το το ευθυτενές, λείο και τρυφερό βλαστάρι ενός φυτού

λούμπα,η η λακκούβα με σκοτεινά ή θολά νερά μτ. η φάκα

λουμώνω κρύβομαι και σιωπώ

λούρα,η η βέργα,

λυγερή,η κόρη λεπτή, ψηλή, ευκίνητη, κομψή

λυκοφάγωμα,το το δαγκωμένο από λύκο ζώο, μτφ το πολύ σκληρό

και ατίθασο ζώο

λυσσιακό,το το στοιχείο της λύσσας, η λύσσα

λοβός, ο ο ελαττωματικός, ο καχεκτικός, ο αδύνατος





- Μ -

μαγάρα,η η ακαθαρσία, το σκατό

μαγαρισμένος,η,ο ο ανήθικος, ο αρνησίθρησκος

μαγκούφης,ο ο μοναχικός, ο έρημος, ο μόνος στον κόσμο

μαέρεμα,το το μαγέρεμα, το φαγητό

μαηδέ μηδέ

μαθές βέβαια, φυσικά

μαλαγάνης,ο ο διπλωμάτης, ο δικολάβος, κατά μία έννοια ο κόλακας

μάμα,η το στομάχι της κότας

μανάρι,το το θρεφτάρι

μάνταλο, το σύρτης ασφαλείας

μαντάτο,το το νέο, η είδηση

μάντζα, η κομμάτι χώμα

μαντρί,το περιφραγμένος χώρος όπου κλείνουν τα πρόβατα

μαραγκιάζω μαραίνομαι, ζαρώνω, καίγομαι από τον πάγο

μάρκαλος ο το ξευγάρωμα των αιγοπροβάτων

μαρμάγκα,η φαρμακερή, μεγαλόσωμη μαύρη αράχνη

μαρμάρα,η το στείρο θηλυκό ζώο

μασιά,η εργαλείο που χρησιμοποιείται στο τζάκι για τη φωτιά

μασούρι,το λεπτό κομμάτι από καλάμι όπου τυλίγουν επάνω νήμα ή γνέμα

μαστάρι, το το βυζί επί ζώων συνήθως

ματσούκι,το το ρόπαλο, μτφ ο ξυλοδαρμός

ματσουλάω σιγομασάω

μαχαλάς,ο η γειτονιά

μαχιάς,ο η κορυφή της στέγης

μέλεγος ο είδος άγριου δέντρου με λείο και εύκαμπτο κορμό

μελεούνι,το αμέτρητο πλήθος

μερελός,ο ο τρελός

μεροδούλι,το το αντίτιμο μίας ημέρας δουλειάς

μερτικό,το το μερίδιο

μεσικά, τα τα εντόσθια

μεσόκοπος,η,ο αυτός που έχει φτάσει στη μέση κυρίως της

ηλικίας του

μετερίζι,το το οχύρωμα, η θέση μάχης

μέτσιος,ο ο αφελής, το κορόιδο, ο κουτός

μητάρι,το το νήμα που είναι τοποθετημένο επάνω στον αργαλειό

μινέσκω μένω

μισάντρα η ο ξύλινος ή καλαμένιος τοίχος εσωτερικής διαρρύθμισης

μισοφόρι,το εσωτερικό γυναικείο ένδυμα

μισοχώρι,το εσωτερικός τοίχος σπιτιού

μοιράδι, το το μερτικό

μολογάω-ω ομολογώ, συμφωνώ, διηγούμαι

μοσχαναθρεμένος,η,ο ο μεγαλωμένος με όλες τις ανέσεις και όλα τα

καλά

μούλικο,το νόθο, εξώγαμο παιδί

μουλοχτός,ο ο μαζεμένος, ζαρωμένος από φόβο η υστεροβουλία

μουνουχάω ευνουχίζω, κόβω τα αχαμνά

μουνούχος,ο ο ευνούχος, αυτός που του έχουν κόψει τα αχαμνά
μούντζα,η χειρονομία με ανοιχτή την παλάμη ρ.μουτζώνω

μουντζαλιά η κηλίδα από μελάνι

μουρχούτα, η πήλινο δοχείο

μουσαφίρης,ο ο φιλοξενούμενος

μουσμουλεύω περπατάω σκυφτός και ψάχνω κάτι

μουτσουνιάζω μουτρώνω, σκυθρωπάζω

μπαγλαρώνω δένω πισθάγκωνα κάποιον

μπάκα,η η κοιλιά

μπακανιάρης,α,ικο αυτός που έχει μεγάλη κοιλιά

μπαλντούμια,τα τα λουριά που δένουν το σαμάρι επάνω στο μουλάρι

μπαντανία,η μάλλινο υφαντό κλινοσκέπασμα

μπαξές,ο ο κήπος

μπάστακας,ο μτφ.εκείνος που μένει ενοχλητικά ασάλευτος

μπελάς,ο η δύσκολη κατάσταση

μπελεγρίνια τα τα αρχίδ....τα μαλακά μόρια.

μπερντάχι,το ο ξυλοδαρμός

μπιζεύλι, ,το σιδερένια βέργα που συμπληρώνει τη ζεύλα του ζυγού ζυγού

μπιρμπιλομάτα,η η γυναίκα με τα παιχνιδιάρικα μάτια

μπιτ ολότελα

μπιχλιμπίδια τα μικροκατασκευάσματα,κοσμήματα κυρίως για παιδιά

μπόζα,η στάση κακιωμένου

μπολιάρης,α,ικο αυτός που γυρίζει μέσα στους δρόμους και τις πόρτες

μπόλκα,η η ζακέτα

μπόρα,η η ξαφνική βροχή

μποτσίκι το η άγρια κρεμμύδα

μπουγιουρντί ,το έγγραφο επιτιμητικό

μπουλαμάς, ο το φιλοδώρημα

μπουλούκι,το ασύνταχτο πλήθος ανθρώλων ή ζώων

μπουρλιάζω περνάω την κλωστή

μπούρμπουνας ο σκαθάρι που ζεί από τις ακαθαρσίες των ζώων

μπουσουλάω κινούμαι με τα τέσσερα, κυρίως για παιδάκια

μπουχός,ο η σκόνη από χώμα

μπόχα,η η κακοσμία, η βρώμα

μπράσκα η είδος βατράχου που βγαίνει στους δρόμους

μπρίκι το μεταλλικό κανάτι που πίνουν νερό ή κρασί

μπρίσκαλο το το άγουρο σύκο

μπρούκλης,ο ο ξενητεμένος που επιστρέφοντας φέρνει μεγάλη περιουσία

μώκος, ο ο βλάκας, ο άλαλος



- Ν -

νάκα,η κούνια δερμάτινη για τη μεταφορά του μωρού

νεροκαϊλα,η ανυπόφορη δίψα

νητερέσιο,το επαγγελματική σχέση, δοσοληψία

νίλα,η η συμφορά , η καταστροφή

νιογάμπρια,τα το νιόπαντρο ζευγάρι

νογάω εννοώ

νομάτοι οι άτομα, πρόσωπα

νουρά,η η ουρά

ντάβανος ο ο σκούρκος, είδος εντόμου

νταβαντούρι,το η φασαρία , ο θόρυβος

νταβάς,ο μικρό πήλινο ή χάλκινο ταψί

ντάκος,ο το υποστήριγμα

νταλαμεσήμερο,το το καταμεσήμερο, όταν ο ήλιος μεσουρανεί

νταλκάς,ο η καψούρα, η ψυχική φουρτούνα, η αναστάτωση

νταμαχιάρης, ο ο δουλευταράς

νταμιζάνα,η μεγάλο γυάλινο μπουκάλι με περίβλημα από ψαθί πλεγμένο

ντάνα,η σειρά κανονική από όμοια πράγματα

νταραβέρι,το επαγγελματική σχέση

ντερέκι,το ο πολύ ψηλός

ντέρτι,το ο μεγάλος καημός, κατά μία έννοια το μεγάλο παράπονο

ντορβάς,ο ταγάρι με το οποίο ταϊζουν τα ζώα καρπό

ντορός,ο ίχνος, πατημασιά, οσμή

ντουβάρι,το ο τοίχος

ντουνιάς,ο όλος ο κόσμος



- Ξ -

ξάγναντο,το το ξέφωτο

ξεγερεύω αναλαμβάνω στην υγεία μου μετά από κάποια αρρώστια

ξεκουμπίζουμαι φεύγω κακήν κακώς

ξεκωλωμένη,η βαριά βρισιά, λέγεται όμως με αφέλεια

ξεκωλώνω ξεριζώνω

ξελακκώνω βγάζω το χώμα γύρω από τη ρίζα δέντρου

ξελημεριάζω περνάω όλη τη μέρα μου

ξενηστηκωμάρα,η η πείνα

ξεπεταρούδι,το το πουλί που μόλις πέταξε από τη φωλιά του

ξεροτοιχιά,η τοίχος με πέτρες χωρίς λάσπη

ξεσυνέρια,η η άμιλλα, ο ανταγωνισμός

ξόβεργα,η παγίδας για πουλιά

ξυαρίζω καθαρίζω κάτι ξύνοντας

ξέρα, η η ανομβρία



- Ο -

ολοντρόϋρα γύρω - γύρω

ολούθε παντού

οργιά,η μονάδα μετρήσεως μηκών

ορίζω διατάζω

όχτος,ο χωμάτινο φυσικό αντέρεισμα

οχτρός,ο ο εχθρός



- Π -

παιδοκομάω γεννάω παιδί, φροντίζω, περιποιούμαι παιδί

παλαμίζω ορκίζομαι, βάζω το χέρι στο ευαγγέλιο

παλούκι το ο πάσσαλος

παραγώνι,το ο χώρος γύρω από τη φωτογωνιά

παράδες,οι τα χρήματα

παρακά λίγο πιο κάτω

παραλογάω παραληρώ

παραλοϊζω χάνω το νου μου

παρασάνταλος,η,ο αυτός που δεν έχει τάξη και συνέπεια στο φέρσιμό του

παταλιά μεταφορά ανθρώπου από τέσσερις άλλους

πατικώνω συμπιέζω

πάφτωχος,η,ο ο πολύ φτωχός

παχνί,το ξύλινο κουτί μέσα στο οποίο τρώνε τα ζώα

πελεκούδα η κομμάτι ξύλου που πετάγεται από το πελέκημα

περίδρομος ο το χείλος του πιάτου, μτφ πολυφαγία

περικοπά από σύντομη και ευθεία διαδρομή

περονιάζει διαπερνά

πεσκίρι,το πετσέτα φαγητού

πηλάλα,η η τρεχάλα

πλανεύω ξεγελάω

πλαντάζω ταράζομαι από θυμό

πλαστήρι,το ξύλινη τάβλα που πάνω της πλάθουν το ψωμί

πλατσιουράω τσαλαβουτάω στα νερά

πολυτρίχι το είδος αγριοχόρταρου

πολυώρα προηγουμένως, πριν από αρκετή ώρα

ποργιά,η το πέρασμα

πόστο,το καίρια θέση

πουρνό,το το πρωί

προβυζαίνω υποβοηθώ τα μικρά αρνοκάτσικα να βυζάξουν

προσανάβω τη φωτιά χρησιμοποιώντας κάτι εύφλεκτο

πυρομάχος,ο το πίσω μέρος της εστίας στο τζάκι

πυροστιά,η τρίποδας που μπαίνει πάνω στην εστία



- Ρ -

ρεκοντιά η ποώδες αγριόχορτο

ριζάφτι το η ρίζα του αφτιού

ριζικό,το το πεπρωμένο

ροβολάω κατηφορίζω

ρούγα,η η γειτονιά, ο πλατύς δρόμος

ρούντζα κατήφεια, μούτρωμα

ρουπώνω τρώγω μάλλον λαίμαργα

ρέγουλα,η με το μέτρο, μέτρια



- Σ -

σάϊσμα,το υφαντό από τραγόμαλλο πάνω στο οποίο

κοιμόντουσαν

σαλαγάω οδηγάω τα ζώα με φωνές

σάματις σάμπως, μήπως

σαρίδι το το σκουπίδι

σάρωμα το η σκούπα

σβάρνα,η γεωργικό εργαλείο με το οποίο στρώνουν το οργωμένο χωράφι

σβουνιά,η ξερή κοπριά ζώου, κυρίως βοδιού

σγουριά,η η σκουριά, η βρώμα , τα οξείδια των μετάλλων

σγούμπα,η η καμπούρα

σεβντάς,ο το ερωτικό πάθος

σεκλέτι,το η στενοχώρια

σέλα,η το σαμάρι, η σαγή

σέμπρος,ο ο συνέταιρος κυρίως για τις γεωργικές εργασίες

σεντούκι,το μπαούλο όπου φυλάσσονται πολύτιμα κοσμήματα ή χρήματα

σεργιάνι,το ο περίπατος, το χάζεμα της κίνησης του δρόμου

σεργούνι,το το ρεζίλεμα, ο εξευτελισμός

σιαδώ,σιακεί από εδώ, από εκεί

σιακάτ' προς τα κάτω

σιάξε ταχτοποίησε, φτιάξε

σιαπέρα προς τα πέρα

σιμπάω αναθάλω τη φωτιά

σιούντελο το ο αφελής, ο χαζός

σιουράω σφυρίζω

σκαλούνι,το το σκαλοπάτι

σκαμπίλι,το η σφαλιάρα, το χτύπημα με την παλάμη στο μάγουλο

σκαπετάω περπατώντας χάνουμαι στον ορίζοντα

σκαρφίζουμαι επινοώ, μηχανεύουμαι

σκαφίδι,το η σκάφη που ζυμώνουν το ψωμί

σκερβελές,ο ο αχαϊρευτος, ο ανεπρόκοπος άνθρωπος

σκιαζάρι το το σκιάχτρο

σκιάζουμαι τρομάζω, φοβούμαι

σκόντος,ο η έκπτωση στην τιμή

σκορδοκαϊλα (μου) ένδειξη μη ενδιαφέροντος για κάτι συγκεκριμένο

σκοτούρα,η σκοτοδίνη, ζάλη μτφ πρόβλημα

σκουντουφλάω σκοντάφτω

σκουράντζος,ο η παστή ρέγκα

σκουτί,το το ένδυμα

σοϊλίτικος,ο αυτός που προέρχεται από σόι καλό, από καλή

ράτσα

σοκάκι,το στενός δρόμος συνοικίας

σουλούπι,το η εμφάνιση

σούρμα το στενό πέρασμα, στενό μονοπατάκι

σούρτι,το το χαλινάρι

σούσουρο,το ο διασυρμός με την κακογλωσσιά, η κακολογία

σουχλί,το το σουβλί

σταλίζω ξεκουράζουμαι το μεσημέρι σε σκιά, οδηγώ τα πρόβατα σε σκιά

στερνό,το το τελευταίο

στέρφος,η,ο στείρος, άτεκνος

στυγερό,το γερό ξύλο στη μέση του αλωνιού όπου γύρναγε το άλογο

στραβέγκλω, η η μισόστραβη

στραβόξυλο,το ο αναποδιάρης άνθρωπος

στράτα,η μικρό και στενό δρομάκι

στράφι άδικα, ανώφελα, στα χαμένα

στριγγλιάρης,α,ικο ο καχεκτικός, ο αδύνατος, ο αρρωστιάρης

στρίγγλος,α, ο κακός και δύστροπος άνθρωπος

στριμούρα,η πιεστική ανάγκη

στειλιάρι,το ξύλινη ράβδος που χρησιμεύει σαν λαβή για εργαλεία

συγκέσιο,το συνοικέσιο

συχαρίκια,τα το φιλοδώρημα που δίνεται σ'αυτόν που φέρνει καλή είδηση

σφαλάχτι,το είδος ακανθώδους θάμνου

σφάρδακλας ,ο ο βάτραχος

σφαχτό το το προς σφαγή ζώο

σφελα η φέτα το τυρί

σώγαμπρος,ο ο γαμπρός που συγκατοικεί με τα πεθερικά του



- Τ -

τάβλα,η τραπέζι συμποσίου

τάλε κουάλε πανόμοιος

ταμαχιάρης,ο ο πλεονέχτης, ο δουλευταράς

ταρακουνάω ταράζω δυνατά, συγκλονίζω

τάχα μήπως

ταχιά αύριο

τέμπλα,η το μακρύ ραβδί για ράβδισμα

τεντελάω τρέμω από αδυναμία

τέντζερης,ο κατσαρόλα μαγειρέματος

τετεντζιά η μικρό και όμορφο ωδικό πουλί

τετραπέραντος,ο ο πανέξυπνος, ο τετράκις έξυπνος

τζερεμές,ο ο δύστροπος, η άδικη ποινή

τηλώνωμαι χορταίνω

τομάρι,το δέρμα ζώου, ο κακός και αναποδιάρης άνθρωπος

τραβολογάω σέρνω κάποιον παρά τη θέλησή του

τραμπουζάνα, η μεγάλο γυάλινο μπουκάλι με επένδυση πλεχτή από ψαθί ή σχοινί

τρανός,η,ο ο μεγάλος

τρατάρω κερνάω

τρεμοκουκουρίζω τρέμω πολύ από το κρύο, έτσι που ακούγεται

θόρυβος

τριχιά,η σχοινί τρίχινο

τριψάνα,η τριμμένο ψωμί

τροκάνι,το κουδούνα που κρεμάν στο λαιμό γιδοπροβάτων

τράμπα,η ανταλλαγή είδος με είδος

τσακίδια,στα φύγε, χάσου

τσαλαπατάω πατάω άτσαλα, πατάω και ξαναπατάω

τσαμπουνάω φλυαρώ χωρίς να λέω τίποτε

τσαντίλα,η πάνα για το στράγγισμα του τυριού, κατάσταση εκνευρισμού εκνευρισμού

τσαπερδόνα,η η πανέξυπνη νεαρή κόρη που τα καταφέρνει όλα

τσεμπέρι,το γυναικείο κεφαλομάνδηλο

τσιγκλαω ενοχλώ, πειράζω, σπρώχνω ελαφρά

τσιγκλί το εργαλείο με το οποίο κόβουν τα φραγκόσυκα

τσίλικος,ο χάρμα οφθαλμών, μπάνικος

τσιούλος,α,ο αυτός που έχει μικρά ή κομμένα αυτιά

τσιράκι,το ο πληρωμένος καλοθελητής

τσίφτης,ισα,ικο ο λεβέντης στο χαρακτήρα, ο μπεσαλής

τσοκάνι το είδος κουδουνιού με ξερό ήχο που κρεμάνε στα γίδια κυρίως

τσουλουφρίζω καίω επιπόλαια τις άκρες των μαλλιών, καψαλίζω

τσουτσουρώνομαι ορθώνω το ανάστημα για να επιτεθώ

τσόφλι το το περίβλημα ξυλώδους καρπού ή αυγού

τυλώνω χορταίνω φαγητό, γεμίζω πολύ το στομάχι μου



- Φ -

φεγγίτης ο μικρό παραθυράκι που μόλις επιτρέπει το φως να περάσει

φελάει ωφελεί

φηκάρι,το το θηκάρι, η θήκη, μτφ το πολύ στενό ρούχο

φιλεύω προσφέρω με αγάπη

φιράδα,η η χαραμάδα

φιρί φιρί γύρω-γύρω, επίμονα, προκλητικά

φιτιλιά,η ραδιουργία, η υποκίνηση σε τσακωμό

φλετουράω φτερουγίζω, κινούμαι ελεύθερα

φορτοτήρα,η διχαλωτό ξύλο που χρησιμεύει για το φόρτωμα

φορτοτριχιά,η το σχοινί που χρησιμεύει για το φόρτωμα

φούρκα,η ξύλινος διχαλωτός πάσσαλος, μτφ η κρεμάλα

φουρκάδα η ξύλινο υποστήριγμα για τις ντοματιές, φασολιές

φουρκαδιάζω τοποθετώ φουρκάδες σε ποώδη αναρριχητικά φυτά για υποστήριξη

φουρκίζω απαγχονίζω, γκρεμοτσακίζω, προκαλώ θυμό οργή

φουρκισμένος,η,ο ο θυμωμένος, ο κρεμασμένος

φούρλα,η φιγούρα στο χορό, στροφή γύρω από τον εαυτό

φούσκα,η παιδικό παιχνίδι με την κύστη του γουρουνιού

φτούνα φτου αυτά εκεί

φώλος,ο το αυγό που βάζουν στη φωλιά για να γεννήσει η κότα κότα

φέρτσα,η λωρίδα χωρίς το δέρμα, μόνο με το λίπος του χοίρου



- Χ -

χαβιά,η ειδικό χαλινάρι για ατίθασα άλογα

χαβιόλι,το η συνήθεια

χαγιάτι,το η βεράντα

χαϊβάνης,α,ικο ο αφελής, το παιδί

χαϊρι,το η προκοπή

χαλιάς,ο άγωνος τόπος γεμάτος χαλίκια

χαλκωματένιος,α,ο ο από χαλκό

χαμοκέλα,η ισόγειο κτίσμα που χρησιμεύει συνήθως για στάβλος

χαμόσπιτο,το ισόγειο κτίσμα που χρησιμεύει συνήθως για κατοικία

χάμου χάμω, κάτω

χαμπέρι,το αγγελία , μήνυμα, είδηση, μαντάτο

χαμπηλά χαμηλά

χαράμι άδικα

χαραμοφάης,ο αυτός που τρώει τσάμπα το φαϊ του χωρίς να προσφέρει

χαράργια τα σύστημα από ξύλα και σχοινί για τη μεταφορά του άχυρου

χαραυγή,η το γλυκοχάραμα

χάρβαλο το το ετοιμόρροπο

χασκογελάω γελάω χαζά χωρίς αιτία

χαψιά,η η μπουκιά

χαϊρι,το προκοπή, πρόοδος

χειρόβολο το μια χεριά θερισμένα στάχυα, όσα πιάνει το χέρι

χεριά,η ποσότητα όσο πιάνει ένα χέρι

χιονίστρα,η αρχική μορφή κρυοπαγημάτων

χλαπακιάζω τρώω γρήγορα και χωρίς να μασάω

χλιαίνω ζεσταίνω

χολιασμένος,η,ο ο θυμωμένος, ο σκυθρωπός

χοντρολιές οι οι βρώσιμες ελιές

χουγιάζω φωνάζω δυνατά

χουλιάρι το το κουτάλι

χουνέρι,το ζημιά, βλάβη

χουχλάζει κοχλάζει, βράζει

χρυσή,η ο ίκτερος

χτικιό,το η φυματίωση

χτικιάρης,α,ικο ο φυματικός

χυλός,ο πρόχειρο φαγητό από αλεύρι και νερό

χόβολη,η η θράκα, τα αναμμένα κάρβουνα

χωρατό,το το αστείο

χώρια χωριστά, ξεχωριστά



- Ψ -

ψαλίδια,τα τα ξύλα της στέγης

ψιχάλα,η σιγανή βροχή

ψυχοπαίδι,το παιδί ξένο, ορφανό, που έπαιρναν οικότροφο, για δουλειές
ψυχοπονιέμαι λυπάμαι, σπλαχνίζουμαι, συμπαθώ..... ...........αφιέρωμα: στον παππού μου τον Κώστα Αλειφέρη, που έχω ακούσει τα περισσότερα απο τα παραπάνω.



http://bromobrysi.blogspot.gr/2012/08/blog-post_3636.html





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.